Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Ψ 4η ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ 150 ΦΥΣΙΚΑ, ΗΘΙΚΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟ...

Ψ 4η ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ 150 ΦΥΣΙΚΑ, ΗΘΙΚΑ, ΠΡΑΚΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟ...

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

π. Θεόδωρος Ζήσης-Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως θεοτοκόφιλος

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Βίος και αγώνας Αγίου Γρηγορίου Παλαμά κατά των δυτικών αιρέσεων Ι Π...

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως πρότυπο προσευχής

Ὁ Ἅγ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ θεολογία του καί ἡ σημασία αὐτῆς π. Ἀθανασ...

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Σύγχρονος Βαρλαμισμὸς. Ναυπάκτου κ. Ἱε...

«Ἡ ὀντολογία τοῦ προσώπου στήν σύγχρονη Θεολογία» Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Πύ...

Κάθαρση, Φωτισμός, Θέωση (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ), Ἀρχ. Σάββας Ἁγ/της 6-9-...

"Η εν Χριστώ ζωή κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά" 1/4

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς - π.Αθανάσιος Λεμεσού

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η οικογένεια του 1

Επίκληση στο ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ !!!

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς (από τον Αριστοτέλη στο Άκτιστο Φως) - π. Γεώργ...

π. Θεόδωρος Ζήσης. Περί Αγ. Γρηγοριου Παλαμά

π.Θεόδωρος Ζήσης-Συνοπτικά περί της θεολογικής διαμάχης Αγ. Γρηγ. Παλαμά...

π.Θεόδωρος Ζήσης, Ο διάλογος του αγ. Γρηγορίου Παλαμά με το Ισλάμ [ΒΙΝΤΕ...

π.Θεόδωρος Ζήσης, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως μαχητής της Ορθοδοξίας [Β...

π.Νικόλαος Μανώλης, Η αγία παραλυσία κατά τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά [ΒΙΝΤΕ...

π.Θεόδωρος Ζήσης. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και Βαρλαάμ.

Τα δύο είδη ασκητικής θεώρησης: Η πλατωνίζουσα κι η ησυχαστική θεώρηση (Alexander Milenkovits, Θεολόγος)

 



Το δεύτερο βιβλίο της πρώτης τριάδας πραγματεύεται για την κατοχή του νού κατά την προσευχή εκτός του σώματος. Ο Παλαμάς θεωρεί την προσπάθεια εξώσεως του νού από το σώμα, για να επιτευχθούν έτσι νοερά θεάματα, ως δαιμόνιον εύρημα, έχοντας προφανώς υπόψιν τις περιοδείες και ουρανοδρομίες των ψυχών σύμφωνα με τα συστήματα των Γνωστικών και Νεοπλατωνικών. Η εσωτερικότητα είναι μια πλατωνική κληροδοσία πολύτιμη, εφόσον στον Πλάτωνα δεν τρέπεται σε ψυχολογισμό. Αντίθετα, αποτελεί φροντίδα για το όντως είναι, που για τον Πλάτωνα είναι η ψυχή και τη ελευθέρωση της, τη ελευθέρωση του ανθρώπου απο τα δεσμά του σώματος και του υλικού βίου [20].

Μέσα από την ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση προκύπτουν δύο είδη ασκητικής θεώρησης. Είναι η πλατωνίζουσα θεώρηση και η ησυχαστική θεώρηση που έχει την έμπνευσή της στο παλαμικό υπόβαθρο [21]. Η πλατωνίζουσα θεώρηση έχει την προέλευσή της στα έργα του Ωριγένη και παρουσιάζει αναλογίες με την θεωρία της φιλοσοφικής γνώσης του Ενός του φιλοσόφου Πλωτίνου, ο οποίος δεχόταν ότι η ψυχή του ανθρώπου που αποτελεί την ουσία του, είναι συγγενής με το θείο. Ενώ αυτή βρισκόταν στον ουρανό εξέπεσε κατά λάθος στη γη και τιμωρήθηκε με την είσοδό της στο σώμα, το οποίο είναι ξένο ως προς την πραγματική ουσία του ανθρώπου. Η «πλωτινική σκέψη αποτελεί ανάπλαση του Πλατωνικού σπιριτουαλισμού στον καμβά του στωϊκού υλισμού, με θεμελιώδη χαρακτηριστικό της την θεωρία των απορροών που ταξινομεί όχι μόνον οντολογικά αλλά και αξιολογικά το σύμπαν των όντων εν σχέσει προς το απολύτως υπερβατικό Εν» [22]. Η ψυχή διακρίνεται σε ανώτερη ψυχή, η ουσία της οποίας είναι ο νούς και σε κατώτερη ψυχή, που συνδέεται με τις υλικές ανάγκες του σώματος. Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή πρέπει μέσω του νου να αναμειχθούν με Εν και να αφομοιωθούν ολοκληρωτικά από αυτό.

Ο κόσμος τελικά δεν είναι δημιουργία του Θεού αλλά η πτώση του Θεού. « Η γέννηση λοιπόν του ανθρώπου αφορά την βαθιά αγωνία του διχασμού του σε ένα ¨Είναι¨ ουσίας και ένα ¨Είναι¨ υπάρξεως. Η ίδια η ανθρώπινη ψυχή είναι διχασμένη σε μία θειωτέρα ψυχή και σε μία γήινη εκρεμαμένη ψυχή ως χρωμένη σώματι» [23]. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτοουσία, δεν είναι κύριος της ίδια της ουσίας του. Η ουσία του βρίσκεται αλλού και κυριαρχεί πάνω του, ο ίδιος είναι ένα κενό ουσίας, ένα οντολογικό κενό : «η ύπαρξη του είναι σκιώδης τεμνώμενη από το μηδέν της απουσίας». Κύριοι της ουσίας μας είμαστε μόνον μέσα στα άδυτα της αγωνίας που συνιστά ο εν θεωρία εκμηδενισμός του ενθαδικού μας Είναι [24].

Κατά τον Ωριγένη η ψυχή του ανθρώπου είναι συγγενής με τον Θεό και διακρίνεται σε ανώτερη με ουσία του νου, που ως άυλη προϋπήρχε του ανθρώπου στον ουρανό μέχρι της πτώσης και η κατώτερη ψυχή, που αποτελείται από το θυμικό και επιθυμητικό μέρος της ψυχής να συνδεθεί με ένα σώμα. Ο Ωριγένης ωστόσο δέχεται επιπλέον την παρουσία του πνεύματος στον άνθρωπο, το οποίο είναι μία κτιστή συμμετοχή στο πνεύμα του Θεού. Το σώμα είναι τιμωρία της ψυχής, το οποίο όμως κατά τα έσχατα θα λάβει μία άυλη μορφή, ανάλογη αυτής των αγγέλων [25].

Στον ησυχασμό η πλατωνίζουσα αυτή θεώρηση καταδικάζεται τελείως. Ο Γρηγόριος Νύσσης ανατρέπει την θεωρία ότι ο νούς του ανθρώπου είναι συγγενής με τον Θεό, υποστηρίζοντας ότι ο νούς και η ψυχή είναι κτιστά δημιουργήματα, ενώ ο Θεός άκτιστος. Η απόσταση που τους χωρίζει είναι τεράστια, όμως με την μετοχή και την ένωση όλου του ανθρώπου με τον Θεό σμικρύνεται. Ο Μάξιμος Ομολογητής αμφισβητεί ότι η ψυχή μόνη ή το σώμα μόνο ή ίσως και τα δύο μαζί αποτελούν την ουσία του ανθρώπου και δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι κατά χάρι το «όλον αυτού», ως τόπος του κτιστού και ακτίστου είναι [26].
Κατά τον Γρηγορίο Παλαμά τα συναισθήματα και οι επιθυμίες αποτελούν το παθητικό μέρος της ψυχής κατά την κοινωνία με τον Θεό. Δεν σκεπτόμαστε μόνο τον Θεό, αλλά τον αγαπούμε, τον επιθυμούμε και μετέχουμε μαζί του. Το σώμα διαθέτει πνευματικές διαθέσεις, μπορεί δηλαδή να πνευματοποιηθεί ως αγιασμένο δημιούργημα του Θεού και να συνενωθεί με την ψυχή και ως εκ τούτου η ένωση με τον Θεό να είναι ένωση καρδιακή, νοερά και σωματική. Τα πάθη δεν θα εξαλειφθούν αλλά θα μεταμορφωθούν με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, έτσι ώστε να ενωθεί ο αληθινός άνθρωπος μετά του αληθινού Θεού [27]. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί κατά δύο τρόπους ανόδου προς το Θεό. Η πρώτη ανάβαση γίνεται με τον νου, την οποία ο Παλαμάς ονομάζει φανταστική, μη αληθινή και με φανταστικά είδωλα για τον Θεό, γιατί είναι άνοδος των φιλοσόφων προς τον Θεό. Η δεύτερη είναι αυτή των ασκητών, η οποία συμβαίνει με ολόκληρη την πλάση για να είναι πλήρες το κατ΄εικόνα. Ωστόσο, κατά τον Γρηγόριο, η κίνηση αυτή για να είναι πραγματική , αληθινή, προηγείται μία κενωτική κίνηση, ώστε ο άνθρωπος να αναγάγει προς τον θεό όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τα άλλα κτιστά όντα. Η κενωτική κίνηση αποτελεί τον απαράβατο κανόνα για την αναστάσιμη ανάβαση του πιστού προς το Θεό. Η κενωτική κίνηση δεν είναι μία κίνηση έξω από τη φύση των όντων, αλλά αποτελεί προσωπική κίνηση της κτιστής φύσης προς τον Θεό. Επιπλέον είναι κοινωνική με την έννοια της καθολικότητας και η μία αποδεικνύει την αλήθεια της άλλης, γεγονός που μπορούμε να δεχθούμε ότι η κίνηση αυτή είναι κατά Θεόν αληθινή [28].

Εκείνο που ζητούν οι Χριστιανοί είναι η απαλλαγή του νού από το σωματικό φρόνημα, και όχι από το σώμα [29]. Ο νούς είναι κακός όταν βρίσκεται προσηλωμένος στα σωματικά φρωνήματα, ενώ μέσα στο σώμα δεν είναι κακός, εφόσον ούτε το σώμα είναι κακό. Αν και ο απόστολος ονομάζει αθάνατο το σώμα «ποιός θα με απαλλάξει από το σώμα αυτό του θανάτου» [30], το λέγει αυτό επειδή το υλικό και σωματικό φρόνημα είναι σωματοειδές, για αυτό παραβάλλοντας αυτό προς το πνευματικό και θείο φρόνημα, δίκαια το ονόμασε σώμα, και όχι απλώς σώμα, αλλά θάνατο του σώματος και μάλιστα αφού λίγο παραπάνω δηλώνει καθαρώτερα ότι δεν κατηγορεί το σώμα, αλλά τήν αμαρτητική ορμή που εισήλθε μέσα σε αυτό εξαιτίας της παραβάσεως, «είμαι πουλημένος», λέγει «στην αμαρτία» [31], και ο πουλημένος δεν είναι από τη φύση του δούλος. Και συνεχίζει «γνωρίζω ότι δεν κατοικεί μέσα στο σώμα μου αγαθό» [32]. Δεν εννοεί το σώμα, αλλά το κακό που κατοικεί μέσα σε αυτό. Αυτόν λοιπόν τον νόμο, που βρίσκεται μέσα στα μέλη μας και αντιστρατεύεται τον νόμο του νού και κατοικεί μέσα στο σώμα, εννοεί κακό και όχι τον νού [33].

Βέβαια ο νούς δεν κατοικεί ούτε εντός του σώματος σαν σε αγγείο, γιατί είναι ασώματος, ούτε έξω, γιατί είναι συνεδεμένος με το σώμα, αλλά βρίσκεται ως δύναμη μέσα στην καρδιά. Ο ίδιος ο Χριστός σε άλλο σημείο επισημάνει πως «δεν είναι τα εισερχόμενα που μολύνουν τον άνθρωπο αλλά τα εξερχόμενα από αυτόν δηλαδή από το στόμα» [34], και συνεχίζει «γιατί μέσα από την καρδιά εξέρχονται οι πονηροί λογισμοί» [35]. Πως θα εισέλθει ο Χριστός μέσα στο σώμα, εάν ούτε ο νούς δεν επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα σε αυτό [36]; Οι ησυχαστές απορρίπτουν τον νόμο της αμαρτίας και αποδέχονται την εποπτεία του νού, δίνοντας σε κάθε στοιχείο την ανάλογη σειρά: στην αίσθηση την εγκράτεια, στο παθητικό την αγάπη, στο λογιστικό την νήψη [37]. Όταν λοιπόν κάποιος καθαρίσει το σώμα του με εγκράτεια, καταστήσει το θυμικό και την επιθυμία με τη θεία αγάπη αφορμή αρετών και παρουσιάσει στον Θέο με την προσευχή τον νού εξαγνισμένο, αποκτά και βλέπει μέσα του τη χάρη που έχει υποσχεθεί ο θεός σε αυτούς που είναι καθαροί στην καρδιά. Πρόκειται για την εισχώρηση της ενέργειας του νου και όχι της ουσίας του, η οποία παραμένει πάντα συνδεδεμένη με το σώμα [38]. Έτσι η από την έξω παιδεία γνώση όχι μόνο είναι άλλη, αλλά και παρουσιάζεται αντίθετη πρός την αληθινή και πνευματική γνώση, αν και μερικοί και φιλόσοφοι πεπεισμένοι από αυτήν, ισχυριζόταν σαν να πρόκειται για μία και την αυτή, χαρακτηρίζοντάς την ως σκοπό της θεωρίας [39].

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Η Ορθοδοξία, μαρτυρία και θυσία, του Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Γράφει ο Zoiforos.GR

 


Η Ορθοδοξία, μαρτυρία και θυσία....

.

του Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

“ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”

(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την

«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Την Α’ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας πανηγυρίζει τον θρίαμβό της. Η Ορθοδοξία γιορτάζει τη Νίκη της. Ζώντες και Τεθνεώτες, θριαμβεύουσα και Στρατευομένη Εκκλησία, όλο το Σώμα του Χριστού, πνευματικά εορτάζει. Η Νίκη αυτή περιγράφεται στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», που διαβάζεται κατά την Λιτανεία των Αγίων Εικόνων. Εκεί φαίνεται, ποια είναι η Ορθοδοξία. Δεν πρόκειται για μια Ιδεολογία, για κάποιο «Κοινωνικό Σύστημα» ή Φιλοσοφία, για κάποια εγκόσμια Πολιτική, που επεκράτησε και θριαμβολογεί για τη συντριβή των αντιπάλων της. Όχι! Η Ορθοδοξία είναι ο νέος τρόπος ζωής και υπάρξεως, η ΧΡΙΣΤΟΖΩΗ, που εισήχθη στην ιστορία με τη Σάρκωση του Αιώνιου Λόγου του Θεού.

Αν λοιπόν μακαρίζονται σήμερα οι Άγιοι και Πιστοί όλων των αιώνων, είναι γιατί μας διέσωσαν την εν Χριστώ υπαρκτική Αλήθεια. τον τρόπο ζωής, δηλαδή, που μόνος οδηγεί στη θέωση, στη σωτηρία. Και αν αναθεματίζονται σήμερα όλοι οι αιρετικοί και νοθευτές της θείας Αποκαλύψεως, δεν είναι τούτο εκδήλωση μισαλλοδοξίας, αλλά προστασία της ανθρωπότητας από κάθε τι, που αλλοιώνει την γνησιότητα της χριστιανικής υπάρξεως και εμποδίζει τη θέωση, τη σωτηρία.

Οι Άγιοι της Π. Διαθήκης έμειναν πιστοί στην Αλήθεια, που τους απεκάλυψε ο Θεός με την φανέρωσή του σ’ αυτούς. Ηγετική μορφή στη θυσία για την Αλήθεια υπήρξε ο Μωυσής. Με κέντρο τον ένσαρκο Θείο Λόγο, τον Ιησού Χριστό, συναντώνται στην ίδια μαρτυρική πορεία με τους Αγίους της Π. Διαθήκης και οι Άγιοι της Καινής Διαθήκης. Μάρτυρες, άνδρες και γυναίκες, Όσιοι και Όσιες, Πατέρες και Μητέρες εν Χριστώ, Ασκητές και Ασκήτριες, έδωσαν και δίνουν ακατάπαυστα, την καλή μαρτυρία της Πίστεως, για να σωθεί η Αλήθεια στον κόσμο. Για να υπάρχει πάντα η μόνη σωστική κοινωνία στον κόσμο, η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ, το Σώμα του Χριστού.

Κατά τον Απ. Παύλο στην Ορθοδοξία δεν μπορεί να ισχύσει η περίπτωση του ανθρώπου που αγωνίζεται να σώσει μόνο την «ψυχούλα» του, αδιαφορώντας για τους γύρω του, διότι δεν σώζεται κανείς μόνος του, αλλά μέσα στο Σώμα του Χριστού, στην κοινωνία των αδελφών του.

Το αποδεικνύει η αυτομαρτυρία του Απ. Παύλου: «Ηυχόμην γαρ ανάθεμα είναι αυτός εγώ από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου...» (Ρωμ. θ’ 3). Ή: «Τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. θ’ 22). Τα ίδια θα διακηρύξει και ο Νέος Παύλος της Ρωμηοσύνης, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Σιμά εις τα άλλα ηύρηκα και τούτον τον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας Χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη δια του λόγου του μόνον, πώς να σωθή, αλλά να φροντίζη και δια τους αδελφούς του (πρβλ. Α’ Κορ. ι’ 24). Και όποιος φροντίζει μόνον δια του λόγου του και δεν φροντίζει και δια τους αδελφούς του, εκείνος θα κολασθή. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, με έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν μου, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον...».

Η Ιεραποστολή της Εκκλησίας

είναι καρπός αυτού του πνεύματος της θυσίας για την Αλήθεια και για τους αδελφούς. Το αποδεικνύει περίτρανα το έργο του Παύλου και όλων των Αποστόλων, αλλά και το έργο του Νεοαποστόλου μας Πατροκοσμά. Γι’ αυτό βρίσκεται η Ιεραποστολή στο κέντρο της Ορθοδοξίας, και είναι η πεμπτουσία της μαρτυρίας της. Έργο της Ορθοδοξίας σε κάθε εποχή είναι να κρατήσει ανόθευτη και αναλλοίωτη την «Ζωή του Χριστού» (τον τρόπο υπάρξεως, που έφερε ο Χριστός στον κόσμο) και να τον μεταδώσει σε κάθε σημείο της γης. Για να σωθεί ο κόσμος! Η Κυριακή Ορθοδοξίας είναι γι’ αυτό, όχι απλώς ένας πανηγυρισμός, αλλά μια υπόμνηση σε κάθε ορθόδοξο, σε όλους μας, ότι ο κόσμος μας, η κοινωνία μας, περιμένουν ακόμη τον Χριστό. Ή γιατί δεν Τον γνώρισαν ακόμη, ή γιατί Τον γνώρισαν μεν, αλλά όπως Τον παραμόρφωσε και αλλοίωσε η αίρεση και η κάθε λογής πλάνη.

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/metallhnos_thriambos_ekklhsias.el.aspx

Και από: http://aktines.blogspot.com/2011/03/blog-post_3338.html

Και από: http://ahdoni.blogspot.com/2011/03/blog-post_972.html

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, η μεγάλη πρόκληση της ιστορίας Γράφει ο Μιχαήλ Γ. Τρίτος


Μέσα σε ένα κλίμα δικαιολογημένου πανηγυρισμού γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, που είναι η γιορτή της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που είναι ο θρίαμβος της Αλήθειας.

Με αφορμή το μεγάλο αυτό γεγονός θα εξετάσουμε σήμερα τι είναι η Ορθοδοξία, ποια τα χαρακτηριστικά της, η σχέση της με τον Ελληνισμό και η μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο.

Η Ορθοδοξία είναι η γνήσια προέκταση της Εκκλησίας του Χριστού, Ο πνευματικός χώρος, όπου διδάσκεται ορθά το περιεχόμενο της θείας εξ αποκαλύψεως αλήθειας, βιώνεται το διαρκές παρόν της σωτηρίας και συντελείται η μεταμόρφωση του ανθρώπου και του κόσμου.

Περιεχόμενο της Ορθοδοξίας είναι ο παρατεινόμενος στους αιώνες Χριστός, όπως τον κήρυξαν οι Απόστολοι, όπως τον δίδαξαν οι Πατέρες, όπως τον δογμάτισαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Σε όλο το διάστημα της δισχιλιόχρονης ιστορικής της πορείας η Ορθοδοξία αντιμετώπισε κάθε είδους δυσχέρειες. Διήλθε «διά πυρός και σιδήρου», υπέστη επιθέσεις και δέχθηκε διώξεις. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο «κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται, χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, παλαίει αλλ’ ουχ ηττάται, πυατεύει, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, πυατεύει αλλ’ ου νικάται». Ζει και νικά διαρκώς η Ορθοδοξία, διότι έχει θεμελιωθεί πάνω στην πέτρα, «η δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α’ Κορ. α’, 5).

Η Ορθοδοξία καθοδήγησε την πνευματική ζωή της ανθρωπότητας. Επέδρασε στη διαμόρφωση του δικαίου, στους κοινωνικούς θεσμούς και το φιλοσοφικό στοχασμό. Λέπτυνε την τέχνη, ημέρωσε τα ήθη, εξευγένισε το πολιτειακό δίκαιο, ανέβασε τον άνθρωπο στο ανώτατο σκαλοπάτι των αξιών. Η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αξία του ανθρωπίνου προσώπου, η ισότητα των δύο φύλων, το αγαθό της ελευθερίας, οι αγώνες για την παγκόσμια ειρήνη, την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων και την κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούν πολύτιμα δώρα της Ορθοδοξίας στην ανθρωπότητα. Γενικά η Ορθοδοξία υπηρέτησε με συνέπεια το μεγαλείο του ανθρωπίνου προσώπου σε όλη την απολυτότητα και καθολικότητα με τις οποίες αυτό συνδέθηκε στη χριστιανική ανθρωπολογία.

Ο άνθρωπος ως κορύφωση και συγκεφαλαίωση της θείας δημιουργίας, υπήρξε γι’ αυτήν το καθ’ όλου περιεχόμενο της αποστολής της στον κόσμο και στην ιστορία της σωτηρίας.

Παρόλο που ο χαρακτήρας της Ορθοδοξίας είναι οικουμενικός και οικουμενική η αποστολή της, κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ιδιάζουσα σχέση της με τον ελληνισμό και τα ελληνικά χαρακτηριστικά της. Η Ορθοδοξία συνδέθηκε με τον ελληνισμό με ένα σύνδεσμο αγάπης αιματηρής, θυσίας και θριάμβου. Η Ορθοδοξία μπορεί να μην είναι υπόθεση μόνο της Ελλάδος. Η Ελλάδα όμως είναι υπόθεση της Ορθοδοξίας.

Δεν γνωρίζουμε τι μορφή θα είχε η Ορθόδοξη Εκκλησία χωρίς την ελληνική κληρονομιά. Γνωρίζουμε όμως ότι χωρίς την Ορθόδοξη Εκκλησία Ελλάδα δεν θα υπήρχε σήμερα. Ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Το Ελληνικόν Έθνος δεν διεσώθη, τουλάχιστον δεν διέσωσε την ιστορικήν του αξίαν, ειμή διά της τους χριστιανισμού συμμαχίας». Και ο σοφός ιστορικός Σπυρίδων Ζαμπέλιος, σε απόλυτη συμφωνία με τον εθνικό μας ιστορικό, παρατηρεί: «Το όνομα της Ελλάδος άνευ της Ορθοδοξίας δεν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον ή εντός βιβλιοθηκών και εις σοφών τινων αναμνήσεις».

Η Ορθοδοξία συνέβαλε στην κάθαρση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και τον βοήθησε να κάνει υπέρβαση της κρίσεως, την οποία διερχόταν.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο υπήρξε ο συνεκτικός δεσμός, που σφυρηλάτησε τη συνένωση των πολιτών του βυζαντινού κράτους σε μια κοινή εκπολιτιστική προσπάθεια.

Κατά δε την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησε την ελληνική παιδεία, καλλιέργησε το ηρωικό πνεύμα με τις θυσίες του κλήρου και ανέστειλε το κύμα του εξισλαμισμού, που ήταν ταυτόχρονα αναχαίτιση του εκτουρκισμού.

Στους καταλόγους των ελληνικών σχολείων και ελλήνων λογίων, που συνέταξαν ο Ματθαίος Παρανίκας και ο Κων/νος Σάθας, τα 2/3 και πλέον των δασκάλων ήταν ιερωμένοι. Μόνον ο Κοσμάς ο Αιτωλός ίδρυσε περισσότερα από 200 σχολεία, σημερινά δημοτικά, και 30 ελληνικά, πραγματικός άθλος για την εποχή εκείνη.

Πολύτιμες υπήρξαν οι υπηρεσίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, την μικρασιατική καταστροφή, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, την περίοδο της κατοχής και γενικά σε όλους τους αγώνες της φυλής μας.

Ιδιαίτερα πρέπει να εξάρουμε τον ρόλο της Ορθοδοξίας στα Βαλκάνια ως ενοποιού δυνάμεως και βασικού στοιχείου επιρροής στο γενικότερο πολιτιστικό γίγνεσθαι των χωρών αυτών μετά τις ραγδαίες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, που είχαν ως συνέπεια την πτώση των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Σήμερα η Ορθοδοξία είναι η κυρίαρχη πνευματική δύναμη του βαλκανικού χώρου. Σε σύνολο 85.000.000 κατοίκων των Βαλκανίων, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ανέρχονται σε 73 περίπου εκατομμύρια.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ιδιαίτερη εκτίμηση για την Ορθοδοξία και μια αξιοσημείωτη στροφή προς αυτήν. Διαπρεπείς ετερόδοξοι Θεολόγοι εκφράζονται με θαυμασμό για το μεγαλείο και την πνευματικότητα της λατρείας της, την εκφραστικότητα της τέχνης της, το θριαμβευτικό αναστάσιμο χαρακτήρα της, της νηπτικότητα του μοναστικού της ιδεώδους, το δημοκρατικό συνοδικό σύστημα διοικήσεώς της. Ιδιαίτερα εξαίρονται η λατρεία της Ορθοδοξίας και ο μοναχικός της βίος.

Η Ορθοδοξία ανταποκρίθηκε σε κάθε πρόσκληση και πρόκληση της ιστορίας. Ιδιαίτερα σήμερα καθώς μπήκαμε στο νέο ευρωπαϊκό status και αναγκαστικά θα οδηγηθούμε σε ένα πολιτιστικό και πνευματικό συγκρητισμό των λαών της Ευρώπης, η Ορθοδοξία έχει πολλά να προσφέρει όχι μόνο στη διατήρηση της φυσιογνωμίας του εθνικού και πνευματικού μας βίου, αλλά κυρίως ως ζύμη στις αναζητήσεις της Δύσεως. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε από την αρχή σημαντικός παράγων στη διαμόρφωση της πνευματικής ταυτότητας της Ευρώπης και τους ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η Ορθοδοξία καλείται να δώσει τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο, στα πλαίσια της πιστότητας προς το ιστορικό της παρελθόν. Κυρίως όμως ως οικουμενική, η Ορθοδοξία οφείλει να στρέφεται προς τους Χριστιανούς που βρίσκονται έξω από τους κόλπους της σε πνεύμα αδελφικής αγάπης και κατανοήσεως. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «ου γαρ νικήσαι ζητούμεν, αλλά προσλαβείν αδελφούς, εν τω χωρισμώ σπαρασσόμεθα» (PG 36, 440B)!

***

Η Ορθοδοξία, που είναι το χριστιανικό μέτρο, δεν αποτελεί μια παρελθοντολογική έννοια, αλλά είναι η δυναμική μεταμόρφωση του εκάστοτε παρόντος. Έχοντας δικά της δοκιμασμένα κριτήρια ηθικής και βιοθεωρίας καλεί τον άνθρωπο της κάθε εποχής να την ακολουθήσει για να του προσφέρει πληρότητα και ποιότητα ζωής, σωστό κοσμοθεωριακό προσανατολισμό και πραγματική λύτρωση από την ανεστιότητα του παρόντος, τον πόνο και το θάνατο.

Του ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΤΡΙΤΟΥ, Καθηγητή Α.Π.Θ.

ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, 23/03/ 2013

Πηγή: http://www.proinoslogos.gr/component/content/article/35/17650

Και από: http://aktines.blogspot.gr/2013/03/blog-post_2655.html


Κυριακή της Ορθοδοξίας (ομιλία του π.Δημ.Μπαθρέλλου)

 




   Η Εκκλησία μας εορτάζει σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Το γεγονός αυτό μάς κάνει όχι μόνο να χαιρόμαστε και να δοξάζουμε το Θεό, αλλά ενδεχομένως και να απορούμε. Για ποιο λόγο άραγε τοποθετείται μια τόσο μεγάλη και χαρμόσυνη εορτή κατά την πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και μάλιστα τιμητικά κατά την πρώτη Κυριακή της; Δεν θα ήταν άραγε καλύτερα να εορταζόταν την ημέρα αυτή κάποιος μεγάλος ασκητής της Εκκλησίας μας, για να μας διδάσκει με τη βιοτή του ‘την τρίβον’ της ασκήσεως ‘την όντως ευθείαν’, και συγχρόνως να μας εμπνέει, αλλά και να μας ταπεινώνει, με τα ασκητικά του κατορθώματα; Η απάντηση στο ερώτημα είναι προφανώς αρνητική. Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι, αποφάσισαν διαφορετικά. Και τούτο διότι γνώριζαν ότι τα ανθρώπινα έργα της ασκήσεως και της αγάπης μάς ενώνουν με το Θεό εφόσον παραμένουν θεμελιωμένα στο αρραγές θεμέλιο της πίστεως και αμόλυντα από το μικρόβιο των αιρέσεων. Η πίστη αποτελεί το θεμέλιο της άσκησης και της αρετής. Και η αληθινή πίστη δεν μπορεί να είναι παρά ορθόδοξη πίστη.

   Τη σημασία της ορθής πίστης ως θεμέλιου λίθου της χριστιανικής και εκκλησιαστικής ύπαρξης και ζωής την τονίζει στο Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Χριστός. Όταν ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές του ‘τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι’, ο Πέτρος του απάντησε ‘συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος’. Ο Χριστός τον επαίνεσε για την απάντησή του αυτή με τα λόγια ‘μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής’. Η Εκκλησία οικοδομείται πάνω στην πέτρα της πίστεως. Μια χριστιανική κοινότητα που δεν πιστεύει ορθά στο Θεό έχει νοθεύσει την ταυτότητα και την αποστολή της. Διδάσκει στους ανθρώπους μια πίστη που δεν παραπέμπει στον τριαδικό Θεό όπως αυτός είναι αλλά όπως εκείνη τον φαντάζεται. Και κάτι τέτοιο τραυματίζει καίρια τη σχέση των ανθρώπων με το Θεό.

   Είναι γνωστή μια ιστορία από το Γεροντικό, που μας διηγείται ότι κάποιοι μοναχοί για να δοκιμάσουν ένα ξακουστό Γέροντα άρχισαν να τον κατηγορούν για διάφορα πάθη και αμαρτήματα. Εκείνος δεχόταν αγόγγυστα και ταπεινά όλες τις κατηγορίες χωρίς να διαμαρτύρεται. Όταν όμως τον αποκάλεσαν αιρετικό, διαμαρτυρήθηκε έντονα ομολογώντας την oρθοδοξία του. Όταν στη συνέχεια οι μοναχοί τον ρώτησαν γιατί δεν αντέδρασε για όσα αμαρτήματα εσφαλμένα του απέδιδαν, διαμαρτυρήθηκε όμως όταν τον αποκάλεσαν αιρετικό, εκείνος απάντησε ότι εάν δεχόταν ότι είναι αιρετικός θα χωριζόταν από το Θεό.

   Υπάρχει μία ακόμη χαρακτηριστική ιστορία που φανερώνει τη μεγάλη σημασία της ορθής πίστης, και την οποία μας έχει παραδώσει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αυτός ο μεγάλος υπερασπιστής της ορθοδοξίας των εικόνων. Κάποιος, λέει, ασκητής αντιμετώπιζε για μεγάλη χρονική περίοδο πολύ έντονους σαρκικούς πειρασμούς. Είχε στην καλύβη του μια εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου, μπροστά στην οποία προσευχόταν καθημερινά. Παρόλα αυτά ο πόλεμος του διαβόλου συνεχιζόταν τόσο έντονα ώστε να έχει καταστεί σχεδόν ανυπόφορος. Κάποια λοιπόν από τις ημέρες εκείνες, εμφανίστηκε στον ασκητή ο δαίμονας που τον πολεμούσε, και του πρότεινε να σταματήσει να τον πολεμά, αρκεί ο ασκητής να απομάκρυνε από το κελί του την εικόνα. Ο μοναχός προβληματίστηκε και, μαθημένος καθώς ήταν να επιζητεί πάντοτε τη συμβουλή και την ευλογία των Γερόντων, απευθύνθηκε σε κάποιον άγιο και έμπειρο συνασκητή του. Εκείνος τότε τον συμβούλευσε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο γι’ αυτόν να διαπράξει κάθε είδος σαρκικής αμαρτίας, παρά να απομακρύνει την εικόνα από το κελί του. Αυτό έδωσε κουράγιο και δύναμη στο μοναχό να συνεχίσει τον αγώνα του περιφρονώντας τον πόλεμο και τα τεχνάσματα του διαβόλου και παραμένοντας φυσικά σταθερός στην πίστη της Εκκλησίας.

   Η προάσπιση της ορθόδοξης πίστης είναι κάτι στο οποίο η Εκκλησία αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της και του δυναμισμού της. Ήδη τον 4ο αιώνα, με το τέλος των διωγμών, εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη αίρεση, η αίρεση του Αρείου και των οπαδών του, οι οποίοι αρνούνταν τη θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν όμως ο Χριστός δεν ήταν Θεός, όπως ισχυριζόταν ο Άρειος, αλλά απλώς και μόνο ένα δημιούργημα του Θεού, τότε με την ενσάρκωσή του δεν θα ενωνόταν η ανθρώπινη φύση με τη θεία. Η απόσταση ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο θα παρέμενε αγεφύρωτη. Εξάλλου, οι χριστιανοί που από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξης της Εκκλησίας λάτρευαν το Χριστό, έφεραν το όνομά του, και καλούνταν να μαρτυρήσουν για την πίστη τους σ’ Εκείνον, δεν θα διέφεραν στην πραγματικότητα από τους ειδωλολάτρες. Επιπλέον, η αγιοπνευματική χαρισματική εμπειρία της Εκκλησίας θα έχανε το νόημά της, καθώς δεν θα αποτελούσε μετοχή στη ζωή και τη χάρη του Θεού.

   Τον ίδιο αιώνα η Εκκλησία καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Απολλιναρίου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο νου, διότι δήθεν ο ανθρώπινος νους και η ανθρώπινη σκέψη οδηγούν αναπόφευκτα στην αμαρτία, και άρα δεν έχουν θέση στην ύπαρξη και τη ζωή του Θεανθρώπου. Η δεύτερη οικουμενική σύνοδος καταδικάζοντας την παραπάνω θεωρία τόνισε τη σημασία της λογικότητας του ανθρώπου ως δώρου του Θεού, ενός δώρου το οποίο ο ίδιος ο Υιός του Θεού και Θεός με την ενανθρώπησή του προσέλαβε, θεράπευσε, και αγίασε. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για να μας απαλλάξει από τις αμαρτίες μας, όχι από το μυαλό μας. Οι χριστιανοί καλούνται να αποκτήσουν ‘νουν Χριστού’, ‘αιχμαλωτίζοντες παν νόημα εις υπακοήν Του’. Τα προϊόντα του ανθρώπινου στοχασμού δεν είναι αμαρτωλά όταν προέρχονται από ένα νου εξαγιασμένο.

   Η επόμενη μεγάλη δογματική πρόκληση για την Εκκλησία ήρθε μετά από μισό περίπου αιώνα. Γύρω στα 430 μ.Χ. ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος ισχυρίστηκε ότι στο Χριστό έχουμε όχι ένα αλλά δύο πρόσωπα, το Θεό Λόγο και τον άνθρωπο Ιησού, δύο πρόσωπα που ήταν ενωμένα μεταξύ τους με μια ‘σχετική’ ένωση, με ένα είδος δηλαδή λίγο-πολύ εξωτερικής και χαλαρής συνάφειας, που θεμελιωνόταν στην κοινή τιμή και αξία των δύο αυτών προσώπων. Ένας όμως τέτοιος διχασμός του Χριστού θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν ενώθηκε πραγματικά με τον άνθρωπο και ότι κατά συνέπεια ούτε ο άνθρωπος θα μπορούσε εν Χριστώ να ενωθεί με το Θεό. Η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος, καταδικάζοντας την αίρεση του Νεστορίου, επανεπικύρωσε τη θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, σύμφωνα με την οποία ‘ο Θεός ενηνθρώπισεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν’, ο Θεός ενώθηκε πλήρως με τον άνθρωπο, έγινε άνθρωπος, ώστε και ο άνθρωπος να μπορεί να γίνει κατά χάριν θεός.

   Είκοσι χρόνια αργότερα, το 451μ.Χ., συνήλθε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα, με αφορμή τη διδασκαλία του Ευτυχή, ενός διάσημου μοναχού εκείνης της εποχής. Ο Ευτυχής ισχυριζόταν ότι το σώμα του Χριστού δεν ήταν ομοούσιο με το δικό μας, ο Χριστός δηλαδή δεν ήταν πραγματικός άνθρωπος, επειδή η ανθρώπινη φύση του είχε αλλοιωθεί ως αποτέλεσμα της ενώσεώς της με τη θεία φύση. Εάν όμως όντως είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε ότι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό δεν συνεπάγεται την τελείωση αλλά την καταστροφή του ανθρώπου. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ευτυχή και τη διδασκαλία του και διακήρυξε ότι ο ένας Χριστός δεν είναι μόνο τέλειος Θεός αλλά και τέλειος άνθρωπος. Κάθε άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό δεν χάνει τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαιτερότητα και την ομορφιά της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ζωής, αλλά αντιθέτως τα αγιάζει και τα μεταμορφώνει μέσα από την ανακαινιστική ενέργεια του Θεού. Το μόνο που έχει να χάσει ο άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό είναι τα πάθη και οι αμαρτίες του.

   Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος στα μέσα του 6ου αιώνα καταδίκασε, μεταξύ άλλων, τη διδασκαλία του Ωριγένη, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι, αλλά ακόμη και οι δαίμονες, τελικά θα σωθούν. Η διδασκαλία αυτή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε στην Εκκλησία μας μόλις πριν από δύο Κυριακές, πλήττει καίρια τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων. Σχετικοποιεί τη διαφορά του καλού από το κακό, εφόσον και τα δύο οδηγούν τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα. Επιπλέον χρησιμεύει ως εύκολη και φτηνή δικαιολογία για την επιτέλεση του κακού, εφόσον, ούτως ή άλλως, η σωτηρία του ανθρώπου είναι εξασφαλισμένη. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, τη μνήμη του οποίου θα γιορτάσουμε μετά από τρεις Κυριακές, προειδοποιεί τους αναγνώστες του με τα παρακάτω λόγια: ‘πρόσχωμεν πάντες, επί πλείον δε οι πεπτωκότες, μη νοσήσαι εν καρδία την Ωριγένους του αθέου νόσον˙ την γαρ του Θεού φιλανθρωπίαν προβαλλομένη η μιαρά, ευπαράδεκτος τοις φιληδόνοις γίνεται’. ‘Ας προσέξουμε όλοι, ιδίως όσοι έχουμε διαπράξει μεγάλα αμαρτήματα, να μην νοσήσει η καρδιά μας με τη νόσο του άθεου Ωριγένη˙ διότι η μιαρή αυτή αρρώστια, υπερτονίζοντας τη φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται εύκολα παραδεκτή από τους φιλήδονους’.

   Η έκτη οικουμενική σύνοδος συνήλθε για να καταδικάσει μία ακόμη αίρεση, εκείνη του μονοθελητισμού. Η αίρεση αυτή ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινη θέληση, διότι αυτή είχε κατακυριευτεί από τη θεία θέληση. Η Σύνοδος, βασισμένη στη θεολογία ενός απλού μοναχού αλλά συνάμα και μέγιστου ονόματι και πράγματι θεολόγου, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, επανέλαβε ότι ο Χριστός είχε όχι μόνο θεία αλλά και ανθρώπινη θέληση, η οποία όμως δεν αντιμαχόταν τη θεία θέληση, αλλά υποτασσόταν ελεύθερα σ’ αυτήν. Ο Χριστός, ως τέλειος άνθρωπος, ήθελε ελεύθερα αυτό που ήθελε ο Θεός. Αυτό σημαίνει για μας ότι ο Θεός δεν καταστρέφει αλλά τελειοποιεί και εξαγιάζει την ελευθερία των ανθρώπων μέσα από μια υγιή διαδικασία ελεύθερης κατά Θεόν υπακοής.

   Τέλος, η έβδομη οικουμενική σύνοδος υπερασπίστηκε την προσκύνηση των εικόνων. Εφόσον ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος, είναι περιγραπτός και εικονιστός κατά το ανθρώπινον, η δε τιμή που αποδίδουμε στην εικόνα, ‘επί το πρωτότυπον διαβαίνει’ σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Μεγάλου Βασιλείου.

   Ήδη από τις προηγηθείσες αναφορές γίνεται σαφής μια βασική διάσταση της Ορθόδοξης Πίστης. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι απλώς και μόνο μια θεωρητική γνώση της αλήθειας για το Θεό. Η Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ ένα είδος ‘φιλοφοφικής σχολής’, και η μαθητεία στις αλήθειες της δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα μιας ξερής, έστω και ορθής, θρησκευτικής γνώσης. Η λέξη ορθοδοξία σημαίνει ορθή δόξα. Η λέξη όμως δόξα σημαίνει τόσο το δόγμα, δηλαδή την πίστη, όσο και τη λατρεία, τη δοξολογία δηλαδή του Θεού. Ορθόδοξος είναι αυτός που πιστεύει, δηλαδή λατρεύει, ορθά το Θεό, ή αντίστροφα, αυτός που λατρεύει, δηλαδή πιστεύει, ορθά το Θεό. Ήδη τον τρίτο αιώνα ο Άγιος Ειρηναίος τόνιζε ότι ‘ημών σύμφωνος η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην’˙ η γνώμη, δηλαδή η πίστη, και η ευχαριστία συνδέονται άρρηκτα. Δύο περίπου αιώνες αργότερα, ένας διακεκριμένος μοναχός θα γράψει ότι ‘ει θεολόγος ει, προσεύξει αληθώς, ει δε προσεύχει αληθώς, θεολόγος εί’. Εάν είσαι θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά, και εάν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος’.

   Τη στενή σύνδεση της πίστης με τη λατρεία την κατανοούμε εάν φέρουμε για μια στιγμή στο μυαλό μας το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας θα αποτελούσε χονδροειδή ειδωλολατρική πράξη χωρίς την πίστη στη θεότητα του Χριστού που διακήρυξε η πρώτη οικουμενική σύνοδος. Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε εάν γινόταν δεκτή η διδασκαλία του Νεστορίου, που απέκοπτε την ανθρωπότητα του Χριστού από τη θεότητά του. Στην περίπτωση αυτή θα κοινωνούσαμε το σώμα και το αίμα ενός ανθρώπου ενωμένου απλώς και μόνο κατά χάριν, θέλησιν, και ευδοκίαν με το Θεό, και όχι το σώμα και του αίμα του ίδιου του σαρκωμένου Θεού. Τέλος, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας θα έχανε το νόημά του εάν ίσχυε αυτό που ισχυρίζονταν ορισμένοι εικονομάχοι, ότι δηλαδή ο καθαγιασμένος άρτος και οίνος αποτελούν απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού – στην πραγματικότητα εδώ δεν έχουμε απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού αλλά τον ίδιο το Χριστό, το ίδιο το σώμα του και το ίδιο αίμα του. Αυτή η βαθιά σύνδεση της πίστης με τη λατρεία αναδεικνύεται και από τη σημερινή εορτή. Διότι δεν είναι φυσικά τυχαίο που η Κυριακή της Ορθοδοξίας συνδέεται με την αναστήλωση των εικόνων, ενός δηλαδή σημαντικού λειτουργικού αντικειμένου.

   Η σημερινή όμως εορτή της Ορθοδοξίας συνδέεται και με μερικά ακόμη στοιχεία στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια εν πάση δυνατή συντομία. Πρώτον, η σημερινή εορτή συνδέεται με την πίστη στο Θεό όχι μόνο ως υπόθεση του νου αλλά και ως βίωμα της καρδιάς. Το πρώτο είναι πολύ λίγο χωρίς το δεύτερο. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Χριστός κατέκρινε τους Ιουδαίους συμπυκνώνεται στα προφητικά λόγια του Ησαϊα, τα οποία ο Χριστός επαναλαμβάνει: ‘ο λαός ούτος τοις χείλεσιν αυτών με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού’. Ο Χριστός ζητά να έχει την πρώτη θέση όχι μόνο στο μυαλό μας ή το λόγο μας, αλλά και στην καρδιά μας. Ο Θεός απευθύνει σε όλους μας την έκκληση που διαβάζουμε στις Παροιμίες: ‘υιέ, δος μοι σην καρδίαν’.

   Δεύτερον, η σημερινή εορτή μας θυμίζει ότι η πίστη συνδέεται με τα έργα. Όπως μας γράφει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ‘η πίστις άνευ των έργων νεκρά εστι’. Ο Χριστός, άλλωστε, στο Ευαγγέλιο μας τονίζει ότι ‘ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις την βασιλεία του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς’. Σήμερα τιμήσαμε και τιμούμε τους μεγάλους ομολογητές της πίστης: τους αυτοκράτορες που την υπερασπίστηκαν και που συχνά αντήλλαξαν τη βασιλική πορφύρα με το ταπεινό ένδυμα του μοναχικού σχήματος. Τους ποιμένες της Εκκλησίας, αρχιερείς και ιερείς, που ορθοτόμησαν το λόγο της αληθείας και υπέστησαν τις συνέπειες. Τους μοναχούς και τους λαϊκούς που αγωνίστηκαν για το μεγάλο δώρο της ορθοδοξίας θυσιάζοντας πολλές φορές ακόμη και τη ζωή τους. Τα υποδείγματα των ομολογητών και των αγίων μάς θυμίζουν ότι το να χρησιμοποιείται το καύχημα της ορθοδοξίας ως άλλοθι για την έλλειψη ορθοπραξίας αποτελεί τεράστιο λάθος.

   Τρίτον, η σημερινή εορτή συνδέεται με την ενότητα της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην ενότητα της πίστεως, την οποία σε κάθε θεία λειτουργία ζητάμε από το Θεό. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας, δεν είναι πια σε θέση να ομολογεί την πίστη της Εκκλησίας. Η λέξη ομολογία συνδέεται με το ρήμα ομολογώ, που σημαίνει ‘ομού’ λέγω, το να λέγω δηλαδή το ίδιο πράγμα μαζί με τους άλλους, μαζί, δηλαδή, με την Εκκλησία. Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία, εγκαταλείπει και τη δυνατότητα να ‘ομολογεί’ την πίστη της. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας διαπράττει σχεδόν εξίσου σοβαρό αμάρτημα με εκείνον που τραυματίζει την αυθεντικότητα της πίστεως στην οποία αυτή η ενότης θεμελιώνεται.

   Τα παραπάνω συνδέονται με ένα τέταρτο στοιχείο, με το ότι δηλαδή η ορθοδοξία, ήτοι η αλήθεια, δεν είναι μία ιδέα αλλά ένα πρόσωπο. ‘Εγώ ειμι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή’, διακήρυξε ο Χριστός. Όπως ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο, όταν ο Φίλιππος κάλεσε το Ναθαναήλ, δεν επικαλέστηκε μια θεωρία, αλλά τον προσκάλεσε να δει ένα πρόσωπο: ‘έρχου’, του είπε, ‘και είδε’. Η αλήθεια ταυτίζεται με το Χριστό, και οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στο Χριστό, όχι απλώς και μόνο σε μία, έστω και ορθή, θρησκευτική θεωρία. Για να το θέσουμε ακριβέστερα, οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στον όλο Χριστό και ο όλος Χριστός, σώμα και κεφαλή, συμπεριλαμβάνει, όπως έγραψε ο Άγιος Αυγουστίνος και επανέλαβε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, την Εκκλησία, ‘το πλήρωμα’, κατά τον Απόστολο Παύλο, ‘του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου’.

   Η κλήση όμως του Φίλιππου προς το Ναθαναήλ μας θυμίζει το πέμπτο και τελευταίο στοιχείο με το οποία συνδέεται η σημερινή εορτή, και αυτό δεν είναι άλλο από την ιεραποστολή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η σημερινή ημέρα έχει οριστεί από την Εκκλησία της Ελλάδος ως η αφετηρία της εβδομάδος που είναι αφιερωμένη στην εξωτερική ιεραποστολή. Ο Χριστός, που είναι η αλήθεια, είναι και ο πρώτος και μεγάλος ιεραπόστολος. Στους ύμνους που ψάλλαμε σήμερα το πρωί και στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβάσαμε εκφράσαμε την ευγνωμοσύνη μας στο Χριστό για το μεγάλο δώρο της ορθόδοξης πίστης που κληρονομήσαμε. Το δώρο όμως αυτό δημιουργεί ευθύνες. Όπως διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, οι Ιουδαίοι, λίγο μετά την Πεντηκοστή, συνέλαβαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη με αφορμή το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Απόστολο Πέτρο. Όταν μετά από λίγο τους άφησαν ελεύθερους, τους απείλησαν να μην μιλούν καθόλου για τον Ιησού. Η απάντηση των Αποστόλων σ’ αυτή την απειλή ήταν η εξής: ‘εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε’. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σήμερα και για μας. Η Εκκλησία δεν ήταν ποτέ μια εσωστρεφής και αυτοαπασχολούμενη κοινότητα. Την συνείχε πάντοτε το χρέος να μεταδώσει το ευαγγέλιο του Χριστού στους εγγύς και τους μακράν, με το λόγο της και τη ζωή της. Το χρέος της ιεραποστολής αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθόδοξης πίστης. ‘Ουδέν ψυχρότερον χριστιανού ετέρους μη σώζοντος’ γράφει ο Χρυσόστομος. Πολύ δικαιολογημένα λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος συνέγραψε πριν από δεκαετίες ένα σχετικό κείμενο με τον ενδεχομένως προκλητικό αλλά στην πραγματικότητα πολύ εύστοχο τίτλο ‘αδιαφορία για την ιεραποστολή σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας’.

Σεβασμιώτατε,

   Το μεγάλο έργο της διαφύλαξης και της μαρτυρίας της Ορθόδοξης πίστης η Εκκλησία μας το έχει αναθέσει στους κληρικούς και μάλιστα στον επίσκοπο. Ο επίσκοπος κατά τη χειροτονία του ομολογεί την ορθόδοξη πίστη, χειροτονείται δε ακριβώς προ της αναγνώσεως των βιβλικών αναγνωσμάτων της λειτουργίας για να τονιστεί με τον τρόπο αυτό η ευθύνη του να ορθοτομεί το λόγο της αληθείας κατά το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Το κήρυγμα όμως αυτό είχε, έχει, και θα έχει πάντοτε ανταγωνιστές και αντιπάλους. Ποιοι είναι άραγε σήμερα οι κίνδυνοι που απειλούν την ορθόδοξη πίστη;

   Στις μέρες μας ζούμε την τραγωδία της διηρημένης χριστιανοσύνης. Οι προκλήσεις της πολυπολιτισμικότητας, της εκκοσμίκευσης, και της αθεϊας σημαδεύουν την καθημερινότητά μας. Η ειδωλοποίηση της δύναμης και του πλούτου απειλούν να μας παραλύσουν. Νέα Ευαγγέλια, από το χώρο της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, των κοινωνικών επιστημών, της πολιτικής θεωρίας, και της τέχνης προσπαθούν να εκτοπίσουν την πίστη από τις ψυχές των ανθρώπων και να τοποθετήσουν την Εκκλησία στο περιθώριο. Τα ψεύδη, επαναλαμβανόμενα από χιλιάδες στόματα, εμφανίζονται, σχεδόν αυτονόητα, ως αλήθειες. Την ίδια στιγμή, η αλήθεια πολλές φορές σιωπά, ελλείψει μαρτύρων ικανών και πρόθυμων να την υπερασπιστούν και να την ομολογήσουν. Η ευθύνη της μαρτυρίας της πίστεως είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο ποτέ.
   
   Η μαρτυρία όμως αυτή θα πρέπει να δίνεται στην εποχή μας μετά λόγου γνώσεως. Η εποχή των αυτονοήτων και της συνθηματολογίας, η εποχή των εύκολων λύσεων κατά την οποία αρκούσε απλώς και μόνο η επίκληση της αυθεντίας και της παράδοσης, έχει παρέλθει. Η μαρτυρία της πίστεως σήμερα δεν έχει συνήθως ανάγκη από θορύβους και συγκρούσεις, υψηλούς τόνους, αμυντισμό, και φανατισμούς. Πολλές φορές η μαρτυρία της πίστεως είναι πολύ αποτελεσματικότερη όταν εκφράζεται με την ήρεμη και ειρηνική αυτοπεποίθηση όσων πραγματικά πιστεύουν ότι ο λόγος του Ευαγγελίου είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να ακούγεται.
   
   Η μαρτυρία αυτού του λόγου δεν είναι πάντοτε υπόθεση απλή. Προϋποθέτει, ιδίως εκ μέρους των ποιμένων της Εκκλησίας, επίπονη και μακρά μαθητεία στις πηγές της πίστης, αλλά και γνώση των αντίζηλων ‘ευαγγέλιων’ που την παρερμηνεύουν ή την αρνούνται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η αντίκρουσή τους. Προϋποθέτει τέλος την αναθέρμανση της πνευματικής και εκκκλησιαστικής μας ζωής, αλλά και της αγάπης μας προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτό η Ορθοδοξία δεν θα αποτελεί απλώς και μόνο καύχημα και μουσειακό θησαυρό του παρελθόντος, αλλά και πηγή ζωής για τους εγγύς και τους μακράν, για το σήμερα και το αύριο.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Ο Θεός ως "πυρ" και "φως" Η Χριστιανική θέση για τον Παράδεισο και την Κόλαση


Αγιογραφική τεκμηρίωση τού διαμερισμού τής Χάρης σε Πυρ και Φως

 

Κάποιοι στη Δύση, πιστεύουν σε έναν θεό σαδιστή, που βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια σε μια κόλαση. Οι Χριστιανοί όμως στην Ανατολή, πάντοτε γνώριζαν τη σημασία τών αναφορών τής Αγίας Γραφής για την κόλαση και για τον Παράδεισο. Ποτέ δεν πίστεψαν σε έναν σαδιστή Θεό. Και πράγματι, οι άγιοι Πατέρες, μας λένε ότι ο Θεός είναι και Παράδεισος και Κόλαση, ανάλογα με τη δικαιοσύνη τού καθενός. Γιατί ο Θεός τους αγαπάει όλους, και όλους θα τους αγκαλιάσει. Όμως δεν θα τον βιώσουν όλοι ως φως. Κάποιοι δεν θα αντέχουν την αγάπη και θα κολάζονται, γιατί έμαθαν μόνο να μισούν.

Όταν μιλάμε για τον Θεό ως φως και φωτιά ταυτόχρονα, συχνά μας ρωτάνε όσοι ανήκουν σε Προτεσταντικές θρησκείες: "Πού το βρήκατε αυτό στην Αγία Γραφή;" Και ενώ βλέπουν ότι πράγματι, ο Θεός δεν είναι δυνατόν να βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια, από την άλλη ζητούν Αγιογραφικά εδάφια για να πεισθούν.

Εμείς βέβαια ως Χριστιανοί, δεν θεωρούμε απαραίτητο αυτά που πιστεύουμε να βρίσκονται κατ' ανάγκην στην Αγία Γραφή. Όμως για χάρη τους, θα τους το δείξουμε, και από την ίδια την Αγία Γραφή. Έτσι, όχι μόνο θα μπορούν να εγκαταλείψουν άφοβα τη Δυτική βλάσφημη άποψη ενός σαδιστή θεού, αλλά θα δουν ότι αυτά που λέει η Ορθόδοξη Εκκλησία τού Κυρίου, είναι πάντοτε αλήθεια.

Ας αρχίσουμε από τον Ησαϊα.

Ησαϊας 33/λγ΄ 11-16: «…Οι αμαρτωλοί εν Σιών θέλουσι τρομάξει. Τρόμος θέλει καταλάβει τους υποκριτάς, … Τις μεταξύ ημών θέλει κατοικήσει μετά του κατατρώγοντος πυρός; Τις μεταξύ ημών θέλει κατοικήσει μετά των αιωνίων καύσεων;… Ο περιπατών εν δικαιοσύνη… ούτος θέλει κατοικήσει εν τοις υψηλοίς»

Προσέξτε ποιος θα κατοικήσει στις αιώνιες καύσεις!!! Όχι μόνο οι άδικοι, αλλά και οι δίκαιοι! Βλέπετε ότι είναι ο ίδιος τόπος; Και τον τόπο που οι αμαρτωλοί τον φοβούνται, οι δίκαιοι τον θεωρούν «υψηλή κατοικία», τιμητική.

Και τι είναι το "κατατρώγων πυρ"; Θα μας πει

Εβραίους 12/ιβ΄ 29: "και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον"Ο ίδιος Θεός όμως που είναι "πυρ", για άλλους είναι "φως". Πάλι ο Ησαϊας γράφει γι' αυτό:Ησαϊας 60/ξ΄ 17-20: «Αντί χαλκού θέλω φέρει χρυσίον, και αντί σιδήρου θέλω φέρει αργύριον. Και αντί ξύλου χαλκόν, και αντί λίθων σίδηρον. Και θέλω καταστήσει τους αρχηγούς σου ειρήνην, και τους επιστάτας σου δικαιοσύνην... δεν θέλει είσθαι πλέον εν σοι ο ήλιος φως τής ημέρας, ουδέ η σελήνη δια τής λάμψεως αυτής θέλει σε φωτίζει. Αλλ' ο Κύριος θέλει είσθαι εις σε Φως αιώνιον, και ο Θεός σου η δόξα σου... διότι ο Κύριος θέλει είσθαι το αιώνιόν σου φως". Και η λεξη: "δόξα", σημαίνει λαμπρότης. Όπως φαίνεται στο εδάφιο Α΄ Κορινθίους 15/ιε΄ 41: "Άλλη δόξα ηλίου και άλλη δόξα σελήνης και άλλη δόξα αστέρων. Αστήρ γαρ αστέρος διαφέρει εν δόξη". Στο εδάφιο όμως τού Ησαϊα που αναφέραμε, γράφει κάτι για υλικά. Παρατηρούμε ότι ο Θεός λέει ότι θα αντικαταστήσει τα κατώτερα και άσημα υλικά, με άλλα, πολυτιμότερα, λαμπρότερα και πιο πυρίμαχα. Τι εννοεί; Ας το δούμε αυτό πιο καθαρά από τον απόστολο Παύλο.

Α΄ Κορινθίους 3/γ΄ 12-15: "Ει δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον τούτον, χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμη, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται η γαρ ημέρα δηλώσει ότι εν πυρί αποκαλύπτεται και εκάστου το έργον όποιον εστίν το πυρ δοκιμάσει. Ει τινος το έργον μένει, ό εποικοδόμησεν, μισθόν λήψεται. Ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται. Αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε, ως δια πυρός".

Είναι σημαντικό ότι παρομοιάζονται εδώ τα έργα τού καθενός με διάφορα υλικά. Τα καλά έργα, παρομοιάζονται με πυρίμαχα και πολύτιμα υλικά, που δεν καίγονται. Αντιθέτως, τα κακά έργα, παρομοιάζονται με καύσιμα υλικά. Τότε λοιπόν, το πυρ τής Χάριτος τού Θεού, θα κάψει τα έργα εκείνα που δεν άξιζαν, και αυτός που τα έπραξε, θα ζημιωθεί, γιατί δεν θα έχει να επιδείξει τίποτα που να αξίζει. Είναι όμως σημαντικό, ότι είτε καλά, είτε κακά έργα, όλοι, καλοί και κακοί, θα περάσουν από το ίδιο αυτό δοκιμαστικό Πυρ.

Στο Ζαχαρίας 13/ιγ΄ 9, αναφέρει ότι με τη φωτιά καθαρίζει το πολύτιμο μέταλλο. Εδώ η φωτιά δεν κατακαίει, αλλά καθαρίζει και φωτίζει. Γιατί το μέταλλο όταν το πυρώνεις, γίνεται κι αυτό φως, και λάμπει όπως η φωτιά. Το ξύλο όμως μαυρίζει και κατακαίεται: "Και θέλω περάσει το τρίτον δια πυρός. Και θέλω καθαρίσει αυτούς, ως καθαρίζεται το αργύριον, και θέλω δοκιμάσει αυτούς, ως δοκιμάζεται το χρυσίον..."

Ομοίως και στο παρακάτω εδάφιο, φανερώνεται ότι δίκαιοι και άδικοι, θα περάσουν μέσα από την ίδια φλόγα, αλλά ενώ οι άπιστοι θα νιώσουν τη φωτιά, οι δίκαιοι από το ίδιο αυτό πυρ τού "προσώπου τού Κυρίου, και από τη λαμπρότητά Του" (γιατί "δόξα" σημαίνει "λάμπρότητα"), θα νιώσουν άνεση:

Β΄ Θεσσαλονικείς 1/α΄ 7-9: "και υμίν τοις θλιβομένοις άνεσιν μεθ’ ημών, εν τη αποκαλύψει του Κυρίου Ιησού απ’ ουρανού, μετ’ αγγέλων δυνάμεως αυτού εν πυρί φλογός, δίδοντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσιν Θεόν και τοις μη υπακούουσιν τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον, από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης τής ισχύος αυτού".

Στην Αποκάλυψη, διαβάζουμε για τον Ποταμό τής Χάριτος τού Θεού που εκπορεύεται από τον θρόνο τού Θεού, και αποτελεί αναψυχή ύδατος ζωής για τους δικαίους:

Αποκάλυψις 22/κβ΄ 1,2: "και έδειξέν μοι ποταμόν καθαρόν ύδατος ζωής, λαμπρόν ως κρύσταλλον εκπορευόμενον εκ τού θρόνου τού Θεού και τού Αρνίου. Εν μέσω της πλατείας αυτής και του ποταμού, εντεύθεν και εντεύθεν, ξύλον ζωής ποιούν καρπούς δώδεκα, κατά μήνα έκαστον αποδιδούς τον καρπόν αυτού, και τα φύλλα τού ξύλου εις θεραπείαν τών εθνών".

Όμως αυτός ο ίδιος ποταμός, από τον Δανιήλ περιγράφεται ως "φωτιά":

Δανιήλ 7/ζ΄ 10: «Ποταμός πυρός εξήρχετο και διεχέετο απ’ έμπροσθεν αυτού...»

Πράγματι, εδώ περιγράφεται η διαφορά αντίληψης τής Χάριτος τού Θεού, από τους δικαίους στην πρώτη περιγραφή, και από τους αδίκους στη δεύτερη.

Γιατί κατά τον Ψαλμωδό, το πυρ τού Κυρίου, καταδιαιρείται από τον Κύριο, σε καυστική και φωτιστική ενέργεια, ανάλογα με τα έργα τού δοκιμαζομένου:

Ψαλμός 28/κη΄ 9: «Φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» (Κατά το Ο΄ ).

Ψαλμός 29/κθ΄ 7: «Η φωνή του Κυρίου καταδιαιρεί τας φλόγας του πυρός» (Κατά το Μασσοριτικό).

Στο χέρι μας λοιπόν είναι, το αν θα βιώσουμε την ημέρα εκείνη την Χάρη τού Θεού ως "πυρ" ή ως "φως". Η επιλογή είναι δική μας.

Η προσευχή πριν τον ύπνο κρύβει μια βαθιά ουσία…

 


: Άλλος πριν πέσει για ύπνο κάνει τον σταυρό του, άλλος λέει το “Πάτερ ημών”, άλλος δε λέει τίποτε. Η Εκκλησία έχει αφήσει το Απόδειπνο, μικρή ακολουθία κατά την οποία λέγεται το “Πιστεύω”.

Του ιερομονάχου Ιάσονος Κ.

Ο λόγος που έβαλε η Εκκλησία να λέμε το “Πιστεύω” πριν τον ύπνο, είναι για να ομολογούμε ότι είμαστε χριστιανοί ακόμα και την τελευταία τη στιγμή της ημέρας, ακριβώς δηλαδή πριν κοιμηθούμε..

Που ξέρεις ότι θα ξυπνήσεις το πρωί; Γι’ αυτό λέμε το “Πιστεύω” για να μη βρεθούμε άπιστοι σε περίπτωση που δεν ξυπνήσουμε.

Η προσευχή πριν τον ύπνο δεν είναι απλώς ένα έθιμο που κάνουν τα “καλά παιδάκια” -όπως μας έλεγαν παλιά- αλλά κρύβει μια βαθιά ουσία, πολύ διδακτική για όλους μας.

Εδώ, οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο ύπνος είναι ο δίδυμος αδελφός του θανάτου. Κι αυτό δεν είν’ μακάβριο. Μη φτύνεις λοιπόν τον κόρφο σου.. !

Μια μέρα σ’ όλους μας θα συμβεί κι αυτό είναι η μόνη σιγουριά της ζωής μας: Ξύπνα λοιπόν το πρωί, λέγε δόξα τω Θεώ κι αγάπα όλο το κόσμο.

Τότε θα ‘ναι που θα ζούμε την κάθε μέρα σα να ‘ναι η τελευταία της ζωής μας. Ούτε κακίες, ούτε μίση.

Ας μην ομολογούμε μόνο το βράδυ ότι πιστεύουμε στον Θεό -κι αυτό σε μια τυπική και μόνο προσευχή- είτε λέγοντας το Απόδειπνο ξερά, είτε το “Πάτερ ημών” μηχανικά, είτε κάνοντας ψυχαναγκαστικά τον σταυρό μας.

Δεν έχει νόημα. Πολύς κόσμος κάνει τον σταυρό του πριν τον ύπνο γιατί φοβάται μη του συμβεί τίποτε κακό…

Ο Θεός δεν έχει σχέση με τα θρίλερ του σινεμά ή δεν θα μας τιμωρήσει, επειδή τάχα ξεχάσαμε να κάνουμε το σταυρό μας πριν τον ύπνο…

Οπότε, ό, τι κάνουμε να το πιστεύουμε. Κι αν προσευχόμαστε να κοιτάμε να κρυβόμαστε κάπου στο σπίτι. Έτσι λέει ο Χριστός.

Αν θέλουμε να διδάξουμε στους άλλους την προσευχή, μη μένουμε μόνο στο εικονοστάσι αλλά να πιάσουμε τη δράση.

Έμαθα προχθές για κάποιον πατέρα που πιέζει τον έφηβο γιό του ώστε με το έτσι θέλω να πούνε μαζί το βράδυ το Απόδειπνο. Με την πίεση τίποτε δε θα καταφέρει, μάλλον κακό θα κάνει.

Ο Θεός θέλει απλούστατα πράγματα. Να προσευχόμαστε για όλους κι ν’ αγαπάμε όλο το κόσμο. Αγαπάω σημαίνει δίνω χώρο, δεν επιβάλλομαι. Από μακριούς σταυρούς και υποχρεωτικές προσευχές γέμισεν ο τόπος.

Ο Θεός αγαπά τις σιωπηρές πράξεις: να μη ξέρουν οι άλλοι, να μη μας βαρούν παλαμάκια, να μη μας λένε “εύγε, εύγε”, ούτε μες το σπίτι, ούτε πουθενά. Έτσι κι η προσευχή έχει αξία.