Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Δογματική-Ἐκκλησιολογία Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής! (Δημητρίου Τσελεγγίδη)


undefined

Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού στις 16 Δεκεμβρίου 2011 με τον κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ

Πανοσιολογιότατοι πατέρες, αιδεσιμολογιότατοι, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
η ομιλία μου βέβαια δεν θα κινηθεί στην κατεύθυνση ούτε της υπερασπίσεως της Πίστεως ούτε κατά του αντιαιρετικού αγώνα, αλλά στην υποδομή της χριστιανικής μας ταυτότητας, που είναι υπόθεση ζωής. Τα γεγονότα, που εκκλησιαστικώς θα εορτάσουμε σε λίγες ημέρες, η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, αποτελεί το κορυφαίο εκείνο γεγονός διά του οποίου εγκαινιάστηκε η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από την ίδια την θεότητα· ο άνθρωπος διά του Θεανθρώπου έχει πλέον τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, να ζει την ζωή του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ και αυτήν να την φανερώνει στο κοινωνικό του περιβάλλον και στο γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι στο μέτρο αυτής της σχέσης, στο μέτρο αυτής της δεκτικότητας. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο, το οποίο πολλές φορές παραβλέπουμε και το οποίο είναι η αιτία της δυσλειτουργίας μας στο πλαίσιο της Εκκλησίας, είναι το γεγονός ότι δεν έχουμε διερευνήσει τα αίτια, τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες δυσκολεύουν την φανέρωση αυτής της εν Χριστώ ζωής, αυτής της ζωής, την οποία ζούσε ο Χριστός και η οποία δεν ήταν προσωπική Του απλώς υπόθεση αλλά ήταν και είναι υπόθεση του πληρώματος της Εκκλησίας. Έτσι θεώρησα σκόπιμο να αναφερθούμε σ’ αυτές τις προϋποθέσεις αυτής της ζωής, την οποία χαρακτηρίζω «αγιοπνευματική» σε σχέση με την τρέχουσα σημασία της λέξεως «πνευματική», γιατί πολλές φορές σήμερα το πνευματικό συγχέεται με αυτό που λέγεται, που νοείται πολλές φορές ως ακαδημαϊκό, ως κοινωνικό και γενικότερα ως διανοητικό. Άλλο πράγμα είναι η αγιοπνευματική ζωή και σ’ αυτήν θα αναφερθούμε με την μικρή εισήγησή μας, ζητώντας στο μέτρο του δυνατού, να γίνει και ένας διάλογος, ώστε να απαντηθούν ενδεχόμενα ερωτήματα πάνω σε μια προβληματική, που ίσως ακολουθήσει μετά από την εισήγησή μου.

Πριν αναφερθούμε γενικότερα στις προϋποθέσεις της αγιοπνευματικής ζωής είναι σκόπιμο να διευκρινίσουμε εννοιολογικά, τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε αγιοπνευματική ζωή. Για να αποφύγουμε κάθε ενδεχόμενη ορολογική σύγχυση θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πούμε ότι, άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας και άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως άκτιστη, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Έτσι, όταν κάνουμε λόγο για αγιοπνευματική ζωή εννοούμε τη ζωή του Αγίου Πνεύματος ως κοινής άκτιστης φυσικής ενέργειας του Τριαδικού Θεού.

Αυτή ακριβώς η άκτιστη ζωή του ίδιου του Θεού, όταν γίνεται και δική μας ζωή τότε μπορούμε να μιλάμε κυριολεκτικά για αγιοπνευματική ζωή μέσα μας. Συγκεκριμένα μιλάμε για τη μέθεξη της ίδιας της Θεότητας από τον άνθρωπο χαρισματικώς. Αυτός ο άνθρωπος είναι και λέγεται πνευματικός άνθρωπος γιατί έχει εμπλουτισθεί σωματικώς και ψυχικώς με το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, με την άκτιστη, δηλαδή, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Είναι ο άνθρωπος, που έχει οικειωθεί το Πνεύμα του Θεού, το οποίο ενώθηκε χαρισματικώς μ’ αυτόν και ενεργεί φυσικώς σ’ αυτόν υπό σαφείς όμως και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σ’ αυτές θα αναφερθούμε στη συνέχεια, ενώ παράλληλα θα μιλήσουμε αναλυτικότερα για τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της αγιοπνευματικής ζωής.

Το πνεύμα του Θεού στον άνθρωπο τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους, τόσο στις σκέψεις και στους λόγους όσο και στις ενέργειες και στα έργα του ενώ παραμένει, κατά τα άλλα, όμοιος με τους συνανθρώπους του, σε κάθε εποχή. Η αγιοπνευματική ζωή ως Αγιοτριαδική είναι άκτιστη ζωή και παρέχεται χαρισματικώς μόνο μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν μπορεί κανείς δηλαδή να την εντοπίσει σε καμιά άλλη θρησκεία ή στους ετερόδοξους, αιρετικούς δηλαδή χριστιανούς. Αυτοί άλλωστε δεν μιλούν καθόλου για μετοχή της άκτιστης ζωής ενώ χαρακτηρίζουν σαφώς την θεία Χάρη, που παρέχει αυτήν την αγιοπνευματική ζωή, ως κτιστή, ως δημιούργημα, ως κτίσμα δηλαδή. Έτσι μας βεβαιώνουν οι ίδιοι ότι δεν έχουν προσωπική βιωματική εμπειρία της άκτιστης αυτής θεοποιού ενέργειας του ενός Τριαδικού Θεού.

Η αγιοπνευματική ζωή έχει ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι κατ’ αρχήν μυστηριακές, παρέχονται δηλαδή μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Δεν εξαρτώνται καθόλου από το δικό μας ποιόν και αποκτώνται αμέσως με την ένταξή μας στην Εκκλησία. Συγκεκριμένα, αμέσως μόλις γινόμαστε μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, με το βάπτισμα, μόλις ερχόμαστε στην εν Χριστώ ύπαρξη, δεχόμαστε το Άγιο Μύρο ή Χρίσμα. Το Χρίσμα μας παρέχει χαρισματικώς το Πνεύμα του Κυρίου μας, την άκτιστη δηλαδή και θεοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που έρχεται και εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στην ύπαρξή μας. Από τότε ο άνθρωπος, ως πιστός και οργανικό μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλαδή, έχει εμπλουτισθεί με την άκτιστη αυτή ενέργεια και έχει καταστεί χαρισματικός και πραγματικός άνθρωπος· επειδή έχει ένα και το αυτό πνεύμα με το Χριστό. Στο εξής έχει μέσα του εκτός από την κτιστή ανθρώπινη ενέργειά του και την θεία και άκτιστη θεοποιό ενέργεια, όχι βέβαια φυσικώς αλλά χαρισματικώς.

Όπως γνωρίζουμε ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού ήταν να ενώσει στο πρόσωπο του Θεού Λόγου την ανθρώπινη φύση υποστατικά, ώστε στο εξής να παραμένει αιωνίως χαρισματικά ενωμένος με τον Θεό ο κάθε άνθρωπος, που θα εντάσσεται στο μυστηριακό σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Και επειδή κατά την θεία Αποκάλυψη δεν υπάρχει άλλο όνομα εκτός του Χριστού, εν ω δει ημάς σωθήναι (Πράξ, 4, 12), είναι προφανές και αδιάψευστο ότι δεν μπορεί κανείς να γεύεται τον καρπό της σωτηρίας, που νοείται ως αγιοπνευματική ζωή, εάν μη μείνη εν τη αμπέλω (Ιωάν. 15, 4), οργανικά δηλαδή εξαρτημένος από το Χριστό διά της Εκκλησίας.
Η ίδρυση της Εκκλησίας από το Χριστό διά της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματός Του την Πεντηκοστή και η προσωπική Πεντηκοστή του κάθε πιστού με το θείο Μύρο, βιωμένη εν πάση αισθήσει στον παρόντα κόσμο εντός της Εκκλησίας, πιστοποιούν κατά τον πιο εμπειρικό και αδιάψευστο τρόπο την αγιοπνευματική ζωή των πιστών σ’ όλες τις εποχές και ιδιαίτερα στην εποχή μας διά πολλών και εμφανών σημείων. Οι πιστοί, με την αγιοπνευματική ζωή τους, επιβεβαιώνουν το λόγο του Χριστού στους μαθητές Του, ότι το Πνεύμα της αληθείας ο κόσμος ου δύναται λαβείν, ότι ου θεωρεί αυτό ουδέ γινώσκει αυτό· υμείς γινώσκετε αυτό, ότι παρ’ υμίν μένει και εν υμίν εσται (Ιωάν. 14, 17).

Κατά συνέπεια, όταν κάποια θρησκευτική κοινότητα δεν έχει μυστήρια, και δεν έχει μυστήρια όταν δεν είναι Εκκλησία, δεν μπορεί να παρέχει αυτήν την αγιοπνευματική ζωή, για την οποία τώρα μιλάμε· και τούτο επειδή η αγιοπνευματική ζωή δεν αποτελεί επίτευγμα του ανθρώπου, δεν αποτελεί δηλαδή επίτευγμα των κτιστών δυνατοτήτων του, αλλά άκτιστη δωρεά του Τριαδικού Θεού που παρέχεται εκ Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι Αγίω. Ο πιστός που έχει ενεργό αγιοπνευματική ζωή κυριαρχείται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, από την παρουσία του Πνεύματος του Κυρίου του. Γιατί ο Χριστός υπάρχει και ζει μέσα μας διά του Πνεύματός Του. Ο Χριστός διά του Πνεύματός Του γίνεται εν πάσι πρωτεύων (Κολ., 1, 18) μόνο στα ενεργά μέλη του μυστηριακού σώματός Του· στα ενεργά δηλαδή μέλη της Εκκλησίας. Τούτο πρακτικώς σημαίνει ότι ο Χριστός διά του Πνεύματός Του, κυριαρχεί στη σκέψη, στο λόγο και στα έργα αυτού του πιστού. Η Βασιλεία του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγιοπνευματική ζωή στην καθαρότερη φανέρωσή της είναι εκείνη που κυριαρχεί σε όλες τις εκδηλώσεις του πιστού, στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο πιστός βασιλεύεται, κυριαρχείται δηλαδή από το Πνεύμα του Χριστού. Η αγιοπνευματική ζωή κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ(Κολ. 3, 3), μας πληροφορεί ο απόστολος Παύλος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι φανερή εξωτερικώς, γίνεται όμως ενεργός και φανερή σ’ εκείνους, που έχουν την ανάλογη δεκτικότητα, έχουν δηλαδή πνευματικά αισθητήρια υγιή, γυμνασμένα και καθαρά.

Όλα εκείνα, τα οποία υποσχέθηκε και πραγματοποίησε ο Χριστός στους μαθητές Του συνεχίζονται και πραγματοποιούνται ανά τους αιώνες και φυσικά και στην εποχή μας. Συγκεκριμένα, ο Χριστός είπε στους μαθητές πριν τη Σταύρωσή Του, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν (Ιωάν. 14, 21)· εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεθα (Ιωάν. 14, 23). Και συνεχίζει, τα άκρως σημαντικά: ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν (Ιωάν. 14, 26). Στο χωρίο αυτό γίνεται εμφανέστατος ο Τριαδικός χαρακτήρας της αγιοπνευματικής ζωής του πιστού, που συνδέεται άρρηκτα με την Θεοφάνεια του Τριαδικού Θεού, η οποία προσεγγίζεται και βιώνεται αγαπητικά διά του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι.

Αυτή ακριβώς η αγιοπνευματική κατάσταση είναι η εν ημίν ενεργός Βασιλεία του Τριαδικού Θεού, κατά τη βίωση της οποίας ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα μας διδάσκει τα πάντα.  Όλα, δηλαδή, όσα αφορούν την αλήθεια, που είναι ο Χριστός ως πρόσωπο και ως σκοπός όλων των πραγμάτων του ορατού και του αόρατου κόσμου. Το ίδιο αυτό Πνεύμα της Αληθείας μάς υπενθυμίζει όλα όσα δίδαξε και αποκάλυψε ο Χριστός στους μαθητές Του, κατά την τριετή δημόσια δράση και θεία Οικονομία Του.

Αν όμως αυτή είναι η ταυτότητα της αγιοπνευματικής ζωής και αυτές είναι οι μυστηριακές προϋποθέσεις της, που παρέχονται σ’ όλους τους πιστούς εξίσου, αμέσως μετά την χαρισματική εκ Πνεύματος Αγίου αναγέννησή τους, γεννάται το εύλογο ερώτημα: γιατί αυτή η εν ημίν άκτιστη Βασιλεία του Θεού, αυτή η άκτιστη δωρεά της αγιοπνευματικής ζωής, δεν είναι αισθητή και βιούμενη στους περισσότερους από τους ορθόδοξους πιστούς; Μήπως υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις για την αισθητή βίωσή της; Πραγματικά· υπάρχει και μία άλλη θεμελιώδης προϋπόθεση για τη διατήρηση και φανέρωση της αγιοπνευματικής ζωής. Αυτή είναι η συνειδητή, ελεύθερη και αγαπητική συγκατάθεση του ανθρώπου στην άκτιστη δωρεά του Θεού. Εδώ πρόκειται για την ανθρώπινη συνεργία που συνίσταται ουσιαστικά μόνον στην ελεύθερη αποδοχή της προσφοράς του Θεού· συνίσταται στο υπομείναι την χάριν και μη προδούναι τον θησαυρόν (Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος Α’, PG 150.501Β), όπως θα πει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας.

Ο πιστός υφίσταται, πάσχει δηλαδή αυτήν την αγιοπνευματική ζωή ως υπέρ φύσιν ούσαν, κατά χάριν (Κεφάλαια περί αγάπης, 1,75, PG 90, 1206C), κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Δεν την πραγματώνει ο ίδιος ούτε και μπορεί να την αυξήσει, γιατί ως θεία καθεαυτήν είναι ανεπίδεκτη αυξήσεως. Ο βαθμός φανερώσεώς της απλώς συνδέεται άρρηκτα με τον βαθμό της αγαπητικής σχέσεως του πιστού με τον χορηγό της άκτιστης αυτής ζωής.

Και τώρα φτάσαμε στο πνευματικό κλειδί της βιώσεως και φανερώσεως της αγιοπνευματικής ζωής. Στο χωρίο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, στο οποίο προηγουμένως αναφερθήκαμε, ο Χριστός μάς πληροφορεί ότι θα εμφανίσει τον εαυτό Του και τον Πατέρα Του, εν Αγίω Πνεύματι και ότι θα εγκατασταθεί μονίμως μέσα σ’ εκείνον, ο οποίος Τον αγαπά πραγματικώς, δηλαδή τηρεί το θέλημά Του, που είναι το ίδιο το θέλημα και του Θεού Πατέρα.

Ήδη από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η αγιοπνευματική ζωή δε λειτουργεί μηχανιστικά, δηλαδή μαγικά στον πιστό. Προϋποθέτει οπωσδήποτε την ελεύθερη και ανά πάσα στιγμή αγαπητική και υπαρξιακή τοποθέτησή του απέναντι στον Τριαδικό Θεό. Κατά συνέπεια μέσα στην Εκκλησία τα πράγματα είναι απλά και τα δυσκολότερα είναι σαφώς δεδομένα από τον Θεό.

Υπάρχουν και κάποια μικρά, ως ζητούμενα, που ο λογισμός μας, με τη συνεργία του πονηρού, μας τα παρουσιάζει από μεγάλα και δύσκολα ως δυσκατόρθωτα και αδύνατα. Το πρώτο ζητούμενο, που συνδέεται με την αγιοπνευματική ζωή, είναι να επιλέξει και να έχει ισοβίως ο πιστός έναν απλανή πνευματικό οδηγό. Απλανής πνευματικός οδηγός είναι εκείνος, που έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. Ο πνευματικός αυτός μπορεί να διακρίνει σαφώς ποιοι λογισμοί ή ποιες καταστάσεις προέρχονται από τον ίδιο τον άνθρωπο και ποιες προέρχονται από τον Πονηρό ή από τον ίδιο τον Θεό. Ο πνευματικός οδηγός θα βοηθήσει τον πιστό να προσεγγίσει σωστά και να κατανοήσει με σαφήνεια την υπαρξιακή κατάστασή του. Ο πνευματικός απλώς θα τον βοηθήσει. Ο ίδιος ο Θεός διά του Παρακλήτου Πνεύματός Του θα φανερώσει στον πιστό την αλήθεια. Το Πνεύμα του Θεού έχει μια εκπληκτική συμπάθεια προς τον άνθρωπο· δεν του εμφανίζει ποτέ την εσωτερική κατάστασή του διά μιας, γιατί τότε ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην απόγνωση.

Την παρουσιάζει σταδιακά και κάθε φορά σε τέτοιο βαθμό, που παρά τους όποιους υπαρξιακούς κραδασμούς του, να μπορεί με την βοήθειά Του να τους αντέξει, ώστε να μετανοήσει σε βάθος και βαθμηδόν να καθαρίζεται, έως ότου φθάσει στο επόμενο στάδιο, που η Ασκητική Γραμματεία της Εκκλησίας μας ονομάζει «φωτισμό». Και στη συνέχεια να οδηγηθεί και πάλι, διά του Πνεύματος του Θεού, στην αιώνια και ατελεύτητη πρόοδο της κατά χάριν θεώσεώς του, πράγμα που συνιστά και τον κατ’ εξοχήν προορισμό του κάθε ανθρώπου. Η αγιοπνευματική ζωή εκπέμπεται από τον φορέα της στις συχνότητες του Θεού, οι οποίες είναι, κατά την ρήσην του π. Παϊσίου, του Γέροντα Παϊσίου, η ταπείνωση και η αγάπη, και λαμβάνεται από όσους είναι δεκτικοί στο μήνυμα του Θεού.

Το πρώτο αξιολογικά μήνυμα του Θεού σ’ εμάς, τους βαπτισμένους δηλαδή και χρισμένους, είναι να ζητούμε την ενεργοποίηση της εν ημίν Βασιλείας Του. Αυτό είναι το κατ’ εξοχήν ευάρεστο θέλημα του Θεού. Αυτό άλλωστε είναι και το κεντρικό αίτημα της Κυριακής Προσευχής, να έρθει δηλαδή η Βασιλεία του Θεού· να έρθει όχι γενικώς και αορίστως, να έρθει σε μας, να το εκφράσουμε εμείς, υπακούοντας δηλαδή στο θέλημά Του και όχι στο θέλημά μας ή στο θέλημα του οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου. Όταν εστιάζει ο πιστός με το πνευματικό βλέμμα του στο θέλημα του Θεού και όχι στο δικό του, είτε μιλά είτε κάνει οτιδήποτε, ενεργεί άμεσα μέσα του ο Θεός με το Πνεύμα Του. Τότε έχει άμεση γνώση της αλήθειας των πραγμάτων και των καταστάσεων χωρίς συλλογισμούς· δεν φτάνει δηλαδή διανοητικά, με αφαιρετική διαδικασία του νου σε αυτά τα πράγματα, αλλά απλώς του παρουσιάζονται από τον ίδιο τον Θεό και μιλά πλέον ως πραγματογνώμων πάνω σε πράγματα και όχι σε ιδέες.

Τότε γίνεται πνευματικά και άμεσα η διάγνωση των καταστάσεων με τα κεκαθαρμένα και γεγυμνασμένα πνευματικά αισθητήρια, που λειτουργούν σαν πνευματική τηλεόραση. Για έναν τέτοιο πιστό δεν έχει σημασία το αν μιλάει ή σιωπά, αλλά το γιατί ενεργεί με τον συγκεκριμένο αυτό τρόπο. Το διαρκώς ζητούμενο ταπεινώς από αυτόν είναι είτε με τον ένα είτε με τον άλλον τρόπο να ενεργεί ο ίδιος ο Θεός δι’ αυτού, όπως εκείνος θέλει, όταν θέλει και όσο θέλει. Η έντονη αγιοπνευματική ζωή προδίδει χαρισματικώς τον φορέα της. Όσο κι αν από ταπεινοφροσύνη επιχειρεί κανείς να κρυφτεί, τον φανερώνει η Χάρις του Θεού. Αν όμως εμπειρικώς γνωρίζουμε ότι η γνήσια αγιοπνευματική ζωή προδίδει τον φορέα της πολύ περισσότερο γνωρίζουμε ότι η αγιοπνευματική ζωή βιούται εν πάση αισθήσει· όλη η ψυχοσωματική ύπαρξη αυτού του πιστού είναι γεμάτη από τέτοιου είδους χαρά, ειρήνη και γλυκύτητα μέχρι μυελού των οστών και του εσώτατου βάθους του προσώπου του, που δεν μπορεί να συγκριθεί, ούτε στο ελάχιστο, με τις αντίστοιχες κοσμικές, βιολογικές ή ψυχικές εμπειρίες του ανθρώπου. Είναι χαρακτηριστική η βεβαία αίσθηση της διευρύνσεως των οντολογικών, των φυσικών δηλαδή ορίων του νου και της ψυχής, και η ενεργοποίηση των πνευματικών αισθητηρίων του, για να γίνουν χωρητικά της άκτιστης ζωής, της ενεργού δηλαδή Βασιλείας του Θεού μέσα του.

Έτσι καθίσταται ο πιστός χαρισματικός και ενεργός, υπαρξιακή χώρα του Αχώρητου Θεού.
Όταν πραγματικά θελήσει ο πιστός να ενεργήσει μέσα του η Βασιλεία του Θεού, θα πρέπει να ακυρώσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, την αυτοπεποίθησή του, να απενεργοποιήσει τη θέλησή του, ώστε να μη κατευθύνεται από το «εγώ» του, να μην είναι αυτός ο κύριός της, να την υποτάξει πλήρως και αγαπητικά στο θέλημα του Κυρίου Του· αυτό να αναζητά και αυτό να θέλει να γίνεται πάντοτε. Στην πραγματικότητα μόνον τότε εμφανίζεται να πιστεύει αληθινά στο Θεό, γιατί πρακτικώς τότε μόνο Τον εμπιστεύεται απολύτως και θέλει να κυριαρχεί μέσα του σε όλα. Αυτά δεν γίνονται πράξη όταν ο νους δεν μάθει να φεύγει όχι μόνο από το πνεύμα της πονηρίας, αλλά και από κάθε προσωπική επιθυμία, όταν δηλαδή δεν είναι σταθερά προσανατολισμένος και προσηλωμένος στην πρώτη εντολή του Δεκαλόγου. Αυτή η πνευματική εργασία είναι εξαιρετικά λεπτή και αυτό είναι το έργο της εν αισθήσει γινομένης αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. Αν για λίγο αποστεί ο νους του ανθρώπου από τον Θεό, δεν μπορεί να είναι για τότε ενεργό σ’ αυτόν το Πνεύμα του Θεού. Επειδή τότε ο πιστός παραβιάζει την εντολή του Χριστού που λέει γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν (Ματθ., 26, 41 & Μαρκ., 14, 38). Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ο πιστός δεν βλέπει τότε την αδυναμία και την ασθένειά του γι’ αυτό και δεν επικαλείται την θεία βοήθεια, οπότε απενεργοποιείται το πνεύμα του Θεού μέσα του. Κατά συνέπεια τότε συμβαίνει να αστοχεί και να αμαρτάνει· τότε επιβεβαιώνεται βιωματικά η ρήση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά ότι του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν αμαρτίαι παν το παρ’ ημών γινόμενον (Ομιλία 33, PG 151,416D-417Α).

Σ’ ότι μας αφορά για την αγιοπνευματική ζωή, όλα αρχίζουν από το φρόνημά μας και συνοδεύονται μονίμως από αυτό. Το υψηλό φρόνημα που έχουμε εμποδίζει να ενεργήσει ο Θεός. Είναι κοινός τόπος στην Ασκητική Γραμματεία της Εκκλησίας μας ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ενεργό παρουσία της αγιοπνευματικής ζωής είναι το εγωκεντρικό φρόνημά μας. Όπως εύστοχα μου είπε ένας Αγιορείτης Γέροντας χαρισματούχος, δεν θέλουμε να βασιλευόμαστε από το Χριστό αλλά από το θέλημά μας. Δεν θέλουμε να Τον δεχτούμε ως κυρίαρχο στο νου, στη θέληση και στην καρδιά μας. Δεν θέλουμε να είναι Αυτός σε μας εν πάσι πρωτεύων. Γι’ αυτό ουσιαστικά δεν επιβεβαιώνονται από το Θεό με τη ζωή μας όσα λέμε ότι πιστεύουμε και αγαπάμε. Θα κριθούμε από το Χριστό, κατ’ εξοχήν εμείς, επειδή δεν επιδείξαμε αγαθή προαίρεση ώστε να επιχειρήσουμε σοβαρά να τηρήσουμε με συνέπεια το λόγο Του και να επιβεβαιώσουμε εμπειρικά την αξιοπιστία Του· ότι δηλαδή θα εμφανιστεί πραγματικά σε μας και θα ενεργεί μόνιμα μέσα μας, μαζί με τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Η κατάστασή μας είναι εξαιρετικά θλιβερή επειδή στην πραγματικότητα δεν έχουμε πόθο για το Θεό και πρακτικώς δεν Τον θέλουμε στη ζωή μας. Γιατί διαφορετικά θα τηρούσαμε το θέλημά Του, αδιαφορώντας για όλα τα άλλα και για την ίδια μας τη ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση η μόνη λύση που θα μπορούσε να προτείνει κανείς για να ενεργοποιηθεί άμεσα η εν ημίν Βασιλεία του Θεού είναι να παραιτηθεί η κυβέρνηση που εκφράζει το θέλημά μας. Δύο βασιλείες με δύο κυρίαρχους δεν μπορούν να υπάρξουν μέσα μας ταυτόχρονα. Δεν μπορεί να συσταθεί και να λειτουργήσει μέσα μας μια τέτοια «Οικουμενική Κυβέρνηση». Όταν συμβαίνει πάντως να υπάρχει, γιατί υπάρχει σε ορισμένους, δεν είναι σίγουρα «Οικουμενική» αυτή η κυβέρνηση αλλά γνήσια «Οικουμενιστική», δηλαδή Συγκρητιστική. Η ενεργοποίηση της αγιοπνευματικής ζωής προϋποθέτει οπωσδήποτε την απενεργοποίηση του ιδίου θελήματος και της συνεπαγόμενης κυβερνήσεώς μας. Προϋποθέτει δηλαδή την ταπείνωση του φρονήματος που εκφράζει πρακτικώς με την υποταγή του θελήματός μας στο θέλημα του Θεού, κατά το πρότυπο των δύο θελημάτων του Θεανθρώπου Χριστού· στο Χριστό δηλαδή έχουμε πλήρως το ανθρώπινο θέλημα και το θείο θέλημα. Κι αυτό το έδειξε ο Χριστός στην επίγεια ζωή Του, όπως έδειξε και στην κορυφαία εκείνη στιγμή ενώπιον του θανάτου Του, δηλαδή στη Γεθσημανή, ότι το θέλημα το ανθρώπινο και φυσικό ήταν να μη θέλει να πεθάνει. Και αυτό μην σας φαίνεται περίεργο· δεν πρόκειται για κάποια δειλία. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου, της αποστασίας του απ’ το Θεό. Αφού λοιπόν ο Χριστός δεν είχε καμία σχέση απολύτως με την αμαρτία, δεν όφειλε να πεθάνει! Ήταν τελείως παράλογο το να πεθάνει, όχι ένας απλός αθώος αλλά που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που λέγεται θάνατος. Ήταν επομένως φυσικό αυτό το θέλημα και αναμάρτητο αυτό το θέλημα και λογικό αυτό το θέλημα, να μην πεθάνει. Όμως, για την δική μας σωτηρία και κατά το θέλημα του Πατέρα, το οποίο ήτανε και θέλημα δικό Του ως Υιού του Θεού, και θέλημα του Αγίου Πνεύματος, έπρεπε να παραιτηθεί εκουσίως και αγαπητικώς από αυτό το θέλημα το άγιο, το φυσικό, το να μη θέλει να πεθάνει.

Και βλέπουμε λοιπόν εκεί να παραιτείται από αυτό το θέλημα για να γίνει το θέλημα της Τρισηλίου Θεότητας. Γι’ αυτό είπα ότι δεν είναι απλώς να παραιτηθούμε από το κακό θέλημά μας· από κάθε θέλημα. Και επειδή όλα τα έχουμε βαφτίσει, όταν είναι δικά μας θελήματα, ως καλά επειδή προϋποθέτουμε ότι εμείς είμαστε καλοί κι ας μην έχουμε το κάλλος του Θεού κι ας μην έχουμε σχέση με τον Θεό, γι’ αυτό είναι πολύ ασφαλές για τον καθένα μας να παραιτηθεί από κάθε θέλημα δικό του και να ζητά να μάθει ποιο είναι το θέλημα του Θεού και σ’ αυτό και μόνον να κάνει υπακοή. Σε κανέναν δεν κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία, παρά μόνον στον Χριστό· όποιος κι αν είναι αυτός, ο οποίος μεσολαβήσει και μας πει να κάνουμε το θέλημα, κάποιο θέλημα, αυτό πρέπει  να το ανακρίνουμε επειδή εμείς είμαστε βαφτισμένοι, είμαστε λογικά πρόβατα. Έχουμε την αναφορά μας στην κεφαλή. Βεβαίως η Εκκλησία δεν έχει είδη, είναι ιεραρχημένη, έχουμε ποιμένες, οι οποίοι έχουν αυτή την ευθύνη να μας καθοδηγούν στην αλήθεια, και ιδιαίτερα ο Επίσκοπος, να έχει, να κατέχεται από το Πνεύμα της Αληθείας, δηλαδή από το Άγιο Πνεύμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε Επίσκοπος κατευθύνει σ’ αυτήν την κατεύθυνση γι’ αυτό και έχουμε Επισκόπους, Αρχιεπισκόπους και Πατριάρχες αιρετικούς. Τι σημαίνει αυτό; Πώς καταλάβαμε ότι είναι αιρετικοί; Γιατί είχαν ενεργό οι άλλοι μέσα τους -λαϊκοί, κληρικοί, δεν έχει σημασία- το Άγιο Πνεύμα.

Έτσι λοιπόν πρέπει να έχουμε κριτήρια, με τα οποία να ανακρίνουμε, και πρέπει να έχουμε αυτήν την πνευματική ωριμότητα, ό,τι ακούμε, από τον οποιονδήποτε, απ’ το παιδί μας, απ’ τη γυναίκα μας, απ’ τον προϊστάμενό μας, απ’ τους γονείς μας, από τους κληρικούς μας, από τους οποιουσδήποτε, απ’ τους πολιτικούς μας άρχοντες, πρέπει να ανακρίνουμε αν αυτά είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Για να τα ανακρίνουμε όμως πρέπει να έχουμε κριτήρια. Τα κριτήρια είναι το ίδιο το θέλημα του Θεού, το οποίο πρέπει να το γνωρίζουμε. Για να το γνωρίζουμε όμως και πρέπει να έχουμε την μελέτη την πνευματική, και πρέπει να έχουμε την μυστηριακή ζωή, και πρέπει, κυρίως, να απομπαζωθούμε, να βγούνε δηλαδή εκείνα τα μπάζα, που έλεγε ο π. Παΐσιος, που δεν επιτρέπουν αυτήν την χάρη, αυτήν την θεότητα, την οποίαν λάβαμε στο Άγιον Χρίσμα· κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε διά της μετανοίας. Τότε θα βλέπουμε! Αν έχουμε πνευματικό οδηγό μπορεί να μας βοηθήσει να το βλέπουμε ευκρινέστερα. Αλλά υπακούουμε μόνον στον Χριστό. Όχι αυθαιρέτως ο καθένας «εγώ νομίζω ότι…»· αυτό είναι καθαρά προτεσταντικό! Πάντοτε εν ταπεινώσει. Αλλά εγώ τώρα μιλώ για την ευθύνη του πιστού, ως λογικού προβάτου, να ανακρίνει αυτά που ακούει και να μην τα καταπίνει αμάσητα. Και μετά να κρίνει αν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Γιατί ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος λέει, ότι και άγγελος εξ ουρανού να έλθει και να σας πει αντίθετα από αυτά που σας είπα, διαφορετικά από αυτά που σας είπα, να μη τον ακούσετε· και εγώ ο ίδιος να έρθω και να σας πω αντίθετα, ανάθεμα να είμαι! Βλέπετε πόσο ευθύνη μας δίνει, στον καθένα μας, για αυτό το οποίο πιστεύουμε για τον τρόπο της ζωής μας;

Αρχίζουμε κατά το πλείστον όμως εμείς στρεβλά την προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική μας ζωή, ζητώντας έμμεσα ή άμεσα, ήπια ή ζωηρά να στήσουμε, έστω και φιλτραρισμένα, τη βασιλεία του δικού μας θελήματος. Και όπως είναι φυσικό αποτυγχάνουμε. Η κατάστασή μας αυτή είναι αναστρέψιμη. Έχουμε την πικρή αλλά χρήσιμη πείρα της αποτυχίας μας. Η μετάνοιά μας είναι ο μονόδρομος που οδηγεί στην εν ημίν Βασιλεία του Θεού και το ταπεινωμένο από την οδυνηρή πείρα φρόνημά μας θα γίνει ο απαραίτητος κωδικός, το pin για την ενεργοποίηση της αγιοπνευματικής ζωής. Αυτό το φρόνημα είχαν και οι μεγαλύτεροι αμαρτωλοί, τους οποίους μνημονεύει ο ίδιος ο Χριστός ως προαγωγούς της Βασιλείας Του. Αυτούς τουλάχιστον μπορούμε και πρέπει να τους μιμηθούμε· γι’ αυτό άλλωστε και μας τους πρόβαλλε ο Χριστός, για να μη φτάσουμε στην απόγνωση και την παραίτηση από την εκζήτηση της ενεργοποιήσεως της εν ημίν Βασιλείας Του. Μπορούμε να κάνουμε την έσχατη ανάγκη φιλότιμο, για να αξιοποιήσουμε και την παρούσα ζωή μας ως χρόνο πρόγευσης της μέλλουσας, αιωνίου Βασιλείας, που δεν είναι απλώς εγγύς, αλλά πολύ εγγύς· είναι ήδη μέσα μας, κατά την ρήση του ίδιου του Χριστού, η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν (Λουκ., 17, 21). Αξίζει να την ενεργοποιήσουμε γιατί μόνον έτσι θα ευαρεστήσουμε στο Θεό και μόνον έτσι θα δοξάζεται ο Θεός δι’ ημών, επειδή πρακτικώς Αυτός θα ενεργεί δι’ ημών ακτίστως, και Αυτού θα είναι η αγιοπνευματική εν Χριστώ ζωή μας. Αμέσως μόλις ταπεινωθούμε, ζητώντας μόνον αυτή τη Βασιλεία ενεργό μέσα μας, όλα τα άλλα τα βιοτικά θα μας τα διασφαλίσει ο Χριστός, ως τεκμήρια της αξιοπιστίας των λόγων του: ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν (Ματθ., 6, 33).

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Απομαγνητοφώνηση: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

 

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Τό Παπικό Πρωτεῖο καί ἡ Ὀρθοδοξία




ΣΤΑ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ

Τό Παπικό Πρωτεῖο καί ἡ Ὀρθοδοξία

 

Τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ,

Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης γεννήθηκε το 1669 στό Ληξούρι τῆς Κεφαλληνίας καί ἐκοιμήθη τήν 1η Αὐγούστου 1714, ὡς ἐπίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων. Ἀναγνωρίσθηκε ὡς ἓνας τῶν μεγαλυτέρων ἱεροκηρύκων τῆς δουλείας καί ἀγαπήθηκε ὡς «νέος Χρυσόστομος». Ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, το Ἐθναρχικό μας Κέντρο, το 1704 τόν ἀνεκήρυξε «ἱεροκήρυκα καί διδάσκαλόν» της. Στίς 2 Αὐγούστου τοῦ τρέχοντος ἒτους τό Ληξούρι, ὡς γενέτειρά του, τόν ἐτίμησε μέ εἰδική Θεία Λειτουργία καί Μνημόσυνα καί ἂλλες ἐκδηλώσεις, πού καταστέφθηκαν μέ Ἑσπερίδα προς τιμήν του, στήν ὁποία παρουσίασαν τόν Ἂνδρα. Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀβύδου κ. Κύριλλος, καταγόμενος ἐκ Ληξουρίου (Χαυδάτα) καί Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁμότιμος Καθηγητής τῆς ἲδιας Σχολῆς καί ὁ ἐκπαιδευτικός κ. Γεράσιμος Γαλανός.Ἡ ἐκδήλωση ἒλαβε χώρα στό προαύλιο τοῦ ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Μηνιατῶν, ὃπως ὀνομάζεται ἀπό την οἰκογένεια τοῦ τιμωμένου, μέ την παρουσία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδωνος καί μεγάλου ἀριθμοῦ Κληρικῶν καί Λαϊκῶν. Ὁ φιλότιμος ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ, π. Νικόλαος Σωτήρας, προσέφερε συμβολικά στούς Ὁμιλητές τό βιβλίο τοῦ Ἠλία Μηνιάτη «Πέτρα Σκανδάλου» (α΄ ἒκδοση στή Λειψία τό 1718 καί μέ πολλές ἀνατυπώσεις), τό ὁποῖο μαζί μέ τίς γνωστότατες καί πολυεκδεδομένες και αὐτές «Διδαχές» του (ἀπό τό 1716 κ. ἑ.) κατέστησαν τόν Μηνιάτη ἰδιαίτερα προσφιλῆ στήν Ἑλλάδα και τήν Ὀρθοδοξία, ἰσχύει δέ ἀπόλυτα τό σχόλιο τοῦ σπουδαίου γερμανοῦ ἱστορικοῦ καί θεολόγου, Gerhard Podskalsky: Ὁ Μηνιάτης μέ τά δύο αὐτά ἒργα του «κατόρθωσε μετά θάνατον περισσότερα ἀπό ὃσα πολλοί ἂλλοι μέ ὁλόκληρες βιβλιοθῆκες κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς τους»1


Ἡ μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπρόσ μενη νέα ἐπαφή μέ τήν «Πέτραν…»2 τοῦ ληξουριώτη Θεολόγου ἦταν για μέ παρακίνηση νά μελετήσω γιά μία ἀκόμη φορά τό ἒργο του αὐτό, πού ἀναφέρεται στό σχίσμα Ἀνατολῆς-Δύσεως, τήν τραγικότητά του3 και τίς μεγάλες δογματικές διαφορές Παπισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας. Ὁ Μηνιάτης ἒγραψε τό βιβλίο θέλοντας νά δείξει τήν αὐθεντικότητα τῆς ’Ορθοδοξίας του. Πράγματι, κινούμενος στό πλαίσιο τῆς πατερικῆς παραδόσεως, πρίν καί μετά τό Σχίσμα (ἐπιμένει ἰδιαίτερα στό α΄ λεγόμενο σχίσμα τοῦ 9ου αἰῶνος, 867), μετά τήν ἱστορία τοῦ σχίσματος, πού προδίδει πληρεστάτη γνώση τῆς ἱστορίας καί τῆς θεολογίας, ἀσχολεῖται μέ τίς «πέντε διαφορές» Ὀρθοδοξίας καί Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ὃπως διατυπώθησαν στην ἑνωτική ψευδοσύνοδο Φερράρας- Φλωρεντίας (1438/39).

Εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό, ὃτι ὁ Μηνιάτης, ὃπως καί ὃλοι οἱ μεγάλοι μας Θεολόγοι τῆς περιόδου τῆς διπλῆς δουλείας (ὀθωμανικῆς καί φραγκικῆς), στήν ὁποία ἒζησε καί αὐτός, δέχεται ὡς σπουδαιότερο σημεῖο διαφορᾶς τό παπικό πρωτεῖο, συνδεόμενο ἂμεσα καί μέ την διεκδίκηση ἀλαθήτου ἐκ μέρους τῶν Παπῶν. Καί κατά τόν Ἠλία Μηνιάτη ἀπό τό πρωτεῖο, τή ρίζα και πηγή τῆς δυτικῆς ἐκκοσμίκευσης, προέρχονται ὃλες οἱ ἂλλες διαφορές, καί αὐτό τό Filioque (=καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ), ἡ βλάσφημη προσθήκη στό ἱερό σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381). «Πρώτην διαφοράν ἐγώ νομίζω -παρατηρεῖ- την περί τῆς ἀρχῆς τοῦ πάπα, διατί τοῦτο εἶναι κατά τούς παρόντας καιρούς (Γ.Δ.Μ.: καί σέ κάθε ἐποχή) τό μέγα μεσότειχον, ὁποῦ χωρίζει τάς Ἐκκλησίας»4. Πιστεύει δέ ὃτι ἀπό τήν διεκδίκηση τοῦ πρωτείου ἐκ μέρους τῶν Παπῶν «προέρχεται ἡ μεγάλη ἐκείνη ἒχθρα, ἡ ὁποία και ἐμποδίζει τόν τρόπον τῆς συμφωνίας εἰς τάς ἢ περί δογμάτων ἢ περί διατάξεων διαφοράς, καί ἀναβρύει μάλιστα ἂλλας νέας, αὐξάνουσα καθ’ ἑκάστην τό σκάνδαλον»5. Καταλήγει δέ σέ κάτι, πού ἀφορᾶ ἒμμεσα στήν οἰκουμενιστική ἐποχή μας, πού ὂχι μόνο ὁ παπισμός, ἀλλά καί ἡ ὑστερόβουλη παποφιλία τῶν ἡμετέρων, ἀγωνίζονται νά θεμελιώσουν καί στηρίξουν τό ἀντιχριστιανικό καί γι’ αὐτό προκλητικό παπικό πρωτεῖο. Γράφει: «Ἂν ὃλοι κοινῶς οἱ Χριστιανοί ἐσυμφωνοῦσαν εἰς τό ἂκρον τοῦτο κεφάλαιον, ποῖος δηλαδή νά εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταύτης κυβερνήσεως, ἀριστοκρατικός τάχα,

ὡς θέλομεν ἡμεῖς, ἢ μοναρχικός, ὡς θέλουσιν οἱ Λατῖνοι, εὒκολον ἦτον νά συμφωνήσωμεν καί εἰς τά λοιπά»6. Τόσο μεγάλη, δηλαδή, σημασία δίδει εἰς τήν διεκδίκηση τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἐκ μέρους τῶν Παπικῶν.

Ἡ ἀπόλυτα ἀρνητική καί ἀπορριπτική αὐτή στάση τοῦ Μηνιάτη ἀπέναντι στό παπικό πρωτεῖο ἀναλύεται σέ διάφορα σημεῖα τοῦ ἒργου του:

Ὁ πάπας ὡς ἐπίσκοπος τῆς Παλαιᾶς Ρώμης καί ὂχι ὡς ἂτομο, «ἒχει τά πρωτεῖα τῆς τιμῆς καί ὂχι τῆς ἐξουσίας, ὣστε ὁποῦ νά εἶναι πρῶτος τῶν ἂλλων ἀδελφῶν, καί τοῦτο ὃταν συμφωνῇ τοῖς ἂλλοις ἀδελφοῖς, τῷ συνδέσμῳ τῆς πίστεως»7. Ἂς κρατήσουμε αὐτά τά λόγια τοῦ Μηνιάτη, καί μάλιστα τά ὑπογραμμισθέντα ἀπό τόν γράφοντα, διότι εἶναι τό κλειδί γιά τήν κατανόηση τῆς δογματικῆς παραφροσύνης στήν σημερινή ἀναφορά στόν Πάπα ἀπό τούς Οἰκουμενιστές μας, και μάλιστα τήν ἡγεσία τους. Τήν ἐπισήμανσή του δέ αὐτή διευρύνει και στήν συνέχεια: «Τῶν μελῶν τά μέν εἰσι κατώτατα, τά δέ εἰσιν ἀνώτερα, ἀνάμεσα εἰς τά ὁποῖα εἶναι ἓνας και ὁ πάπας, ὃταν εὐχαριστεῖται να μείνῃ εἰς τόν βαθμόν, ὁποῦ τον ἒβαλαν οἱ ἃγιοι πατέρες, ὂχι να ἐβγαίνῃ ἒξω τῶν ὃρων του διά πλεονεξίαν, θέλοντας νά εἶναι ὁ κύριος τῶν δούλων, ὂχι πρῶτος τῶν ἀδελφῶν»9. Εὐστοχότερη θεολογικά καί φιλολογικά διατύπωση τῆς οὐσίας τοῦ παπικοῦ πρωτείου δεν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει. Ὁ Πάπας, δηλαδή, ὡς ἐπίσκοπος τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, ἒλαβε ἀπό το ἐκκλησιαστικό σῶμα διά τῶν ἁγίων Πατέρων «τά πρεσβεῖα τιμῆς» («πρωτεῖο τῆς τιμῆς καί ὂχι τῆς ἐξουσίας»), ἀλλά τά πρεσβεῖα αὐτά τοῦ ἀναγνωρίζονται ὀρθόδοξα- ἐκκλησιαστικά τότε μόνο, ὃταν εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας10, δηλαδή συμφωνεῖ μέ ὃλους τούς ἁγίους «τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης καί τῆς πίστεως». Ἀγάπη χωρίς πίστη -ὀρθοδοξία δηλαδή-δέν ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει (πρβλ. τό ἀποστολικό: «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη», Γαλ. 5,6). Ἡ «πλεονεξία» ὃμως τῶν Παπῶν τούς ἒβγαλε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία. Γι’ αὐτό ὃλη ἡ ἀπό τήν ἐποχή κυρίως τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα (+1972) , τοῦ πρωταγωνιστοῦ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ μας παραληρήματος, χρησιμοποιούμενη ὁρολογία περί «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καί «πρεσβυτέρας Ρώμης», στερεῖται κάθε ἐρείσματος,

ἀλλά καί ἀκριβείας, ἀφοῦ ἒχουμε ἀπέναντί μας σχισματική καί αἱρετική παποσύνη, πού οὐδεμία σχέση ἒχει μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί ἑπομένως ΔΕΝ εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά αἳρεση, ἐκτός τῆς ΜΙΑΣ και ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας πλέον. Περί τῆς σημερινῆς Λατινικῆς «Ἐκκλησίας» ἰσχύει δυστυχῶς αὐτό πού ἒλεγε ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιά τούς Ἀρειανούς, συμβουλεύοντας τους Ὀρθοδόξους νά μή παρασύρονται ἀπό τά ἐξωτερικά γνωρίσματα καί να χαρακτηρίζουν τόν Ἀρειανισμό Ἐκκλησία, διότι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας, οἱ δέ ὀπαδοί του «ἀρειομανῖται», μανιακοί ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου. Δυστυχῶς ὃμως καί οἱ Παπικοί εἶναι «πρωτειομανῖται». Τό τραγικό ὃμως εἶναι, κατά τόν Μηνιάτη, ὃτι ὁ παπισμός δέν θέλει «ἀδελφούς», ἀλλά «δούλους», νά εἶναι δηλαδή ὁ Πάπας κύριος δούλων καί ὂχι πρῶτος μεταξύ ἀδελφῶν, ὃλων τῶν πιστῶν δηλαδή. Εἶναι δέ ὁ ὁμολογητής ἐπίσκοπός μας κατηγορηματικός, ὃταν λέγει ὃτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα, ὑπέρκειται τοῦ Πάπα καί παντός ἂλλου. Γι’ αὐτό «καθώς τοῦ δίδομεν (=τοῦ Πάπα) τό πρωτεῖον τῆς τιμῆς, ὃταν εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἒτζη ἀρνούμεθα τό πρωτεῖον ἐξουσίας»11.

Ὁ Μηνιάτης εὒστοχα ἐπισημαίνει καί μία ἂλλη ὂψη τοῦ προβληματισμοῦ αὐτοῦ, πού «οἱ κατ’ ἂνθρωπον κεφαλές» μας συνήθως παραβλέπουν, μέ ὃλους τούς δυνατούς τρόπους. Πρόκειται γιά τό βασιλικό ἀξίωμα τοῦ Πάπα. Στήν ἐπίσημη τιτλοφορία του ὁ πάπας ὀνομάζεται μέχρι καί σήμερα , μεταξύ τῶν ἂλλων, «ἡγεμών τοῦ Βατικανοῦ», τοῦ παπικοῦ Κράτους δηλαδή. Ἐνθυμούμεθα ἀσφαλῶς, ὃτι ὃταν ὁ μακαριστός ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, προσεκάλεσε, για τούς δικούς του λόγους, τόν Πάπα στήν Ἀθήνα, σέ μιά στιγμή προέκυψε ἡ ἀνάγκη νά προσκαλέσει τον Πάπα καί ἡ Πολιτεία μας διά τῆς κεφαλῆς της, διότι ὁ Πάπας, στήν πίστη καί πράξη τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μόνο ἐκκλησιαστική, ἀλλά καί πολιτειακή κορυφή καί ἐξουσία. Καί εἶναι ἐντιμότεροι ἀπό μᾶς οἱ Ρωμαιοκαθολικοί , διότι οὐδέποτε ἀρνοῦνται αὐτή τη θέση τους, ἒστω καί ἂν σοφιστικά προσπαθοῦν, χάριν τοῦ «διαλόγου», νά τήν ἁπαλύνουν. Αὐτό, λοιπόν, πού ἐπιμένουν να ἀποσιωποῦν οἱ νεοεποχίτες οἰκουμενιστές μας, ὁ Μηνιάτης τό παρουσιάζει ὡς μέγα σκάνδαλο, και δικαίως. «Ἀρνούμεθα παντάπασιν -λέγει- ὃτι ὁ Πάπας, ὃστις εἶναι ἀρχιερεύς μόνον καί ὂχι βασιλεύς, ἒξω ἀπό τήν πνευματικήν, νά ἒχῃ μιᾶς λογῆς ἐξουσίαν κοσμικήν»12. Καί συμπληρώνει: «Εἶναι φοβερόν τέρας μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἓνας ἀρχιερεύς, ὁμοῦ και βασιλεύς, ὁποῦ μέ τό ἓνα χέρι να κρατῇ τόν σταυρόν καί μέ τό ἂλλο τήν μάχαιραν»13. Ἐπισημαίνει δέ και κάτι ἀκόμη βαρύτερο γιά τή φύση καί λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος: «Διάδοχον τοῦ πάπα κάνει ἡ τῶν καρδιναλίων σύναξις, ὁποῦ θέλει νά εἰπῇ ἡ ἐκκλησία»14. Ἡ ἀναφορά αὐτή σέ ἓνα σημαντικότατο δεδομένο τοῦ Παπισμοῦ δεν διευκρινίζεται δυστυχῶς, ἀλλά εἶναι εὒκολο ἀπό ὃλο τό ἒργο του νά κατανοήσουμε τό πνεῦμα τοῦ Μηνιάτη. Ἡ «σύναξις τῶν καρδιναλίων» εἶναι σῶμα τῶν πριγκίπων τοῦ Παπισμοῦ (Παπικοῦ κράτους), πού ἀναλαμβάνουν τό ἒργο τῆς «ἐκκλησίας» στήν ἐκλογή τοῦ ἑκάστοτε Πάπα. Οἱ Πρίγκιπες, δηλαδή, ἐκλέγουν τόν βασιλέα καί ὂχι τό σύνολο τῶν ἐπισκόπων, ἡ ἱερά δηλαδή σύνοδος, τόν ἱεράρχην.

Καί ἡ κορωνίδα στό μνημειῶδες ἒργο τοῦ Ἠλία Μηνιάτη: Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως χαρακτηρίζει τήν «ἀληθινή ἐκκλησία». «’Ανάμεσα εἰς τ’ ἂλλα χαρακτηριστικά, ὃθεν γνωρίζεται ἡ ἀληθινή ἐκκλησία, τοῦτο εἶναι πρῶτον, τοῦτο τό κύριον και ἐξαίρετον, νά εἶναι μία, ἢγουν ὃλοι οἱ πιστοί νά συμφωνοῦσιν εἰς ἑνότητα πίστεως15.

Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης, ὡς ἀληθινός ὀρθόδοξος, ἐκφράζει τή θλίψη του γιά τό σχίσμα, κάνοντας λόγο «περί τοῦ δυστυχοῦς σχίσματος»16 (τοῦ 867), τό ὁποῖο ἐπέφερε «πολλήν φθοράν εἰς τήν ἐκκλησίαν»17, εὒχεται δέ «νά ἑνώσῃ (τίς δύο ἐκκλησίες), μέ ἂλυτον δεσμόν, ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος»18. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ὁ σοφός διδάσκαλος τοῦ θείου Λόγου εἶναι καί σήμερα πολύ ἐπίκαιρος. Διότι, ὡς αὐθεντικός ὀρθόδοξος, δέν ἐπιχαίρει για τήν ἀπόσχιση τοῦ δυτικοῦ κόσμου ἀπό τή Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού καί κατ’ αὐτόν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος, ὡς φυσική συνέχεια, στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας, τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν παύει δέ ὁ ληξουριώτης ὁμολογητής μέ το ἒργο του αὐτό νά ἐλέγχει τούς σημερινούς μεταπατερικούς θεολόγους μας, οἱ ὁποῖοι, μιμούμενοι τον πατριάρχη Ἰωάννη Βέκκο, ἀπό παλαιότεροι ἀντιπαπικοί καί ἐπικριτές τοῦ παπισμοῦ στά πρώιμα ἒργα τους, σήμερα μετεστράφησαν σε «λατινόφρονες»19. Ἀκριβῶς δέ ἡ «μεταπατερική» (κατ’ αὐτούς) «θεολογία», πού ἐφευρέθηκε ὡς φάρμακο γιά τήν θεραπεία (δῆθεν) τῆς νόσου τοῦ σχίσματος, «μείζω την νόσον ποιεῖ», γιά νά θυμηθοῦμε τον Μ. Βασίλειο. Οἱ Λατῖνοι, ὃπως δυστυχῶς ἡ πορεία τοῦ διαλόγου ἀποδεικνύει, δέν εἶναι πρόθυμοι να ἐγκαταλείψουν καμιά ἀπό τίς πλάνες τους. Φαίνονται ὃμως πρόθυμοι νά θυσιάσουν τά πάντα, γιά νά σωθεῖ τό παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα, στό ὁποῖο στηρίζεται ἡ θέση καί ὁ ρόλος τοῦ Κράτους τους στό πλέγμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, πού, κατά τίς δυτικές πηγές, ἒχει ἀναδείξει τόν Πάπα σέ «Πλανητάρχη Νο 2», ὡς ἀρχηγό στήν νεοεποχίτικη κίνηση τῆς Πανθρησκείας.

Σημειώσεις:

1. Gerhard Podskalsky, μετάφρ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Ἑλληνική Θεολο-

γία ἐπί Τουρκοκρατίας, 1453-1821, Ἀθήνα 2005, σ. 403.

2. Χρησιμοποιῶ ἐδῶ τήν ἒκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας (ἐπιμελείᾳ π. Κων/νου Γκέλη), Ἀθῆναι 1969.

3. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Τό ΣΧΙΣΜΑ: Ἡ τραγωδία τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, στο βιβλίο του «Γράμματα Σπουδάσματα» (Ὀρθόδοξος Κυψέλη), Θεσσαλονίκη 2014, σ. 81-100.

4. Πέτρα, ὃπ. π., σ.103.

5.Στό ἲδιο.

6. Στό ἲδιο.

7. σ.105.

8. Τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

9. σ.122.

10.Καί αὐτό θά γίνει μετά τήν «ἐν ἀληθείᾳ» (ὀρθοδοξίᾳ) ἓνωση.

11. σ.113.

12.σ.105.

13. σ.130.

14. σ.124.

15. σ. 111.

16.σ.43.

17. σ.53.

18. σ.99 .

19. βλ. σ.90/91.

Ορθόδοξος Τύπος, 5/9/2014

http://thriskeftika.blogspot.gr/2014/09/blog-post_91.html

Ὁ Μοναχισμός ὡς λειτουργική ἄσκησις Του Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών




1. Ο Ορθόδοξος μοναχισμός διατηρεί τον σύνδεσμο ασκήσεως και λατρείας, διασώζοντας τα πνευματικά ερείσματα του λαού του Θεού στην πνευματική του πορεία. Η ζωή του μοναχού είναι αυθεντική σπουδή μετανοίας. Ο μοναχός είναι «ο στηλογραφών την ζωήν της μετανοίας» (1). Δεδομένου δε ότι η μετάνοια είναι ουσιαστική επανάσταση, που εισήχθη εν Χριστώ στον κόσμο, για τη συνεχή ανακαίνιση του κόσμου, ο μοναχισμός διακρατεί τον Χριστιανισμό ως μόνιμη (πνευματική) επανάσταση, μέσα στον κόσμο ενώ παράλληλα συνεχίζει την πνευματικότητα των πρώτων αιώνων, προφυλάσσοντας την Εκκλησία από τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης, ενεργώντας ανασταλτικά στην εξάπλωσή της. Ο Μοναχισμός στην απόλυτη συνέπειά του στον αγώνα για θέωση, εκφράζει σε κάθε εποχή το «περισσόν» της Χριστιανικής ασκήσεως, την οδόν της «υπερβολής» (Α´ Κορινθίους 12, 31), η οποία στην πνευματική ζωή γίνεται κανόνας. Γι αυτό και ονομάσθηκε «κρείσσων οδός» ή «κόσμος της Εκκλησίας».Διότι, μολονότι όλοι οι Χριστιανοί έχουν κληθεί να καταλάβουν «με τη βία» (τον βιασμό της φύσεώς τους) τη βασιλεία του Θεού, οι μοναχοί ακολουθούν την Κυριακή εντολή με μεγαλύτερη συνέπεια, μέσα από την συνεπέστερη και πληρέστερη άσκησή τους. Κατά συνέπεια, όλοι οι πιστοί επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Οι μοναχοί όμως παλαίουν με μεγαλύτερη επάρκεια δυνατοτήτων. Ο δικός τους δρόμος είναι η βίωση της «εσχάτης ώρας» (Α´ Ιωάν. 2, 18), της αδιάκοπης εγρήγορσης στην αναμονή του «ερχομένου Κυρίου».


Είναι, γι’ αυτό, ο μοναχισμός η αυθεντικότερη μορφή Χριστιανικής ζωής και «φως» των αγωνιζομένων στον κόσμο. Η ένταξη δε της λατρείας στον πνευματικό αγώνα των μοναχών, όσο και αν θεωρείται διαφοροποίηση στην αρχική θεώρηση της λατρείας από την Εκκλησία, απέβη η μεγαλύτερη ευλογία για το εκκλησιαστικό σώμα, διότι μέσω του μοναχισμού συνεχίσθηκε η διασύνδεση λατρείας και ενθουσιαστικού μαρτυρικού στοιχείου, εφ όσον και ο μοναχισμός είναι ιστορική συνέχεια του Χριστιανικού μαρτυρίου, ως «μαρτύριον συνειδήσεως» (2). Ήδη η Αποστολικής κοινότητα των Ιεροσολύμων παρουσιάζεται ως κατ’ εξοχήν λατρευτική. Η προσευχή των πιστών αναπέμπεται «εν ενί στόματι και μια καρδία» προς τον Θεό (Ρωμαίους 15, 6· Α´ Πέτρ. 4, 1· Αποκ. 15, 4 κ. τλ). Σ’ αυτή την παράδοση θα μείνουν πιστοί οι μοναχοί, ως συνεχιστές των «ενθουσιαστικών τάσεων» της αρχαίας Εκκλησίας. Η ζωή τους θα διαμορφωθεί ως ζωή λατρείας, οι ίδιοι δε θα περιφέρονται ως «εν σώματι άγγελοι» και «λειτουργικά πνεύματα». Ο μοναχός, άλλωστε, δεν «τροφοδοτείται» απλώς (παθητικά) στη λατρεία, αλλά γίνεται κοινωνός και τελετουργός της, μετέχοντας έτσι στον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού. Με οργανωτή τον Μ. Βασίλειο, το μοναστικό κοινόβιο συνιστά μικρογραφία της Εκκλησίας ως «μοναστική ενορία», όπου η καθημερινή ζωή εκφράζεται ως λειτουργική δοξολογία. Μέσω του κοινοβίου η εκκλησιαστική λατρεία αναπτύσσει τη δυναμική της στον χώρο της ασκήσεως (3). Στο γεωγραφικό κέντρο του μοναστικού κοινοβίου υπάρχει πάντα το Καθολικόν ή Κυριακόν, ο κεντρικός ναός για τη λειτουργική σύναξη όλης της Μονής.


2. Με την εμφάνιση της οργανωμένης ασκήσεως από τον 4ον αιώνα, η λατρεία συνδέθηκε άμεσα με την άσκηση (4). Οι μοναχοί ενσωμάτωσαν στη λατρεία τους τις γονυκλισίες, γνωστές από το αυτοκτρατορικό τυπικό (adoratio =προσκύνηση), για να εκφράσουν συντριβή, αυτομεμψία, υποταγή στον Θεό.


Η λατρεία προσέλαβε, έτσι, ασκητικό χαρακτήρα, ως μια διαρκής μετάνοια. Το πνεύμα αυτό προδίδει ένας λόγος του Αββά Παμβώ, που φανερώνει συνάμα αποστασιοποίηση από τη μορφή λατρείας των Χριστιανών του κόσμου: «Και γαρ, ουκ εξήλθον οι μοναχοί εν τη ερήμω ταύτη, ίνα παρίστανται τω Θεώ και μετεωρίζονται και μελωδούσιν άσματα και ρυθμίζουσιν ήχους και σείουσι χείρας και μεταβαίνουσι πόδας, αλλ’ οφείλομεν εν φόβω πολλώ και τρόμω δάκρυσί τε και στεναγμοίς μετά ευλαβείας και ευκατανύκτου και μετρίας φωνής τας προσευχάς τω Θεώ προσφέρειν» (5). Το κείμενο αυτό εκφράζει καθαρά το πνεύμα της μοναστικής λατρείας, του εμβολιασμού της δηλαδή στη μοναστική άσκηση. Παρ όλο δε που στους μετέπειτα αιώνες ο μοναχισμός θα προσλάβει λατρευτικό πλούτο μεγαλύτερο απ’ αυτόν των κοσμικών ενοριών, καθιστάμενος ο κύριος παράγοντας αναπτύξεως της εκκλησιαστικής λατρείας, δεν θα χαθεί ποτέ αυτό το πνεύμα, που συνδέεται με όλη τη συντηρούμενη σ’ αυτόν πνευματική ανάταση. Ο Μοναχισμός επιτυγχάνει να καθιστά τη ζωή οργανική συνέχεια της λατρείας, ακριβώς, μέσω της ασκήσεως. Η ένταξη του μοναχού σε προσευχή απαιτεί και αυξημένη μετοχή στη λατρεία. Στη λατρεία ο μοναχός πραγματώνεται. Γι’ αυτό και θέλει να ζει στην κοινωνία του Θεού, όπως το βρέφος αναζητεί τη μητρική αγκάλη. Η συμμετοχή του μοναχού στη λατρεία τον διακρατεί στη θεοκεντρική κοινωνία, αλλά και σε κοινωνία με τους αδελφούς του. Αποχή από τη λατρεία είναι για τον μοναχό απομάκρυνση από τον Χριστό και αποκοπή από το μητρικό σώμα της Εκκλησίας.


Δεν είναι, έτσι, παράδοξο, ότι οι ερημίτες ασκητές σε κάθε εποχή δέχονται μέσω κοινοβιατών μοναχών τη Θεία Κοινωνία, για να μπορούν να κοινωνούν κάθε μέρα, μετέχοντας με αυτόν τον τρόπο ταυτόχρονα και στην εκκλησιαστική κοινωνία. Μια απολυτοποιημένη άσκηση, αποξενωμένη από τη λατρευτική κοινωνία, δεν μπορεί να νοηθεί εκκλησιαστικά. Ο Μ. Βασίλειος, ο μεγαλύτερος μοναχολόγος της Εκκλησίας, στα ασκητικά του συγγράμματα δίνει προτεραιότητα στη λειτουργική πράξη, τονίζοντας ότι «οι προσευχές, που δεν απαγγέλλονται από κοινού, χάνουν πολύ από τη δύναμή τους» (6).


3. Αυτή η πράξη τηρείται σήμερα στο άγιον Όρος όπου εκπροσωπείται σύνολη η Ορθοδοξία. Μέσα στο εκκλησιαστικό έτος τελούνται εκεί περίπου πενήντα αγρυπνίες. Σε μερικά αυστηρότερα κοινόβια τελούνται αγρυπνίες όλα τα Σάββατα των δύο μακρών νηστειών (Χριστουγέννων και Πάσχα). Ένας σύγχρονος γνωστός αγιορείτης (π. Γεώργιος Καψάνης) δίνει στο σημείο αυτό μια σημαντική αυτομαρτυρία: «Στη λατρεία της Εκκλησίας ο μοναχός παραδίδεται με αγάπη στον Θεό και ο Θεός παραδίδεται σ’ αυτόν. Πολλές ώρες κάθε μέρα ο μοναχός τις περνά στο ναό, λατρεύων τον αγαπώμενο Κύριο. Η μετοχή στη λατρεία δεν είναι “υποχρέωση”, αλλά ανάγκη της ψυχής του, που διψά για τον Θεό. Στα αγιορείτικα μοναστήρια κάθε ημέρα τελείται η Θεία Λειτουργία και οι μοναχοί δεν βιάζονται να τελειώσει η ακολουθία, όσες ώρες και αν διαρκεί, γιατί δεν έχουν να κάνουν κάτι καλύτερο από το να είναι σε κοινωνία με τον Λυτρωτή, τη Μητέρα του Λυτρωτού και τους φίλους του Λυτρωτού […] Έτσι η λατρεία είναι χαρά και πανηγύρι, άνοιξη της ψυχής και πρόγευση του παραδείσου […] Η προτεραιότητα, που δίνει ο Μοναχισμός στη λατρεία του Θεού, υπενθυμίζει στην Εκκλησία και τον κόσμο ότι αν η Θεία Λειτουργία και η λατρεία δεν ξαναγίνουν το κέντρο της ζωής μας, ο κόσμος μας δεν έχει τη δυνατότητα να ενοποιηθεί και να μεταμορφωθεί, να ξεπεράσει τη διάσπαση, την ανισορροπία, το κενό και τον θάνατο, παρά τα φιλότιμα ανθρωπιστικά συστήματα και προγράμματα βελτιώσεως του κόσμου. Ο Μοναχισμός υπενθυμίζει ακόμη ότι η Θεία Λειτουργία και η λατρεία δεν είναι «κάτι» μέσα στη ζωή μας, αλλά το κέντρο, η πηγή της ανακαινίσεως και αγιασμού όλων των πτυχών της ζωής μας» (7). Το κείμενο αυτό είναι σημαντική μαρτυρία για τη σχέση ασκήσεως και λατρείας, όπως η σχέση αυτή έχει παγιωθεί στην Ορθοδοξία δια μέσου των αιώνων.


4. Εξίσου όμως και η άσκηση έχει αφήσει τη σφραγίδα της πάνω στην εκλλησιαστική λατρεία. Όχι μόνο μορφές, αλλά και περιεχόμενο, ιδέες και θεματική της εκκλησιαστικής λατρείας φέρουν έντονο ασκητικό χαρακτήρα. Περιοριζόμαστε σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:


α) Καθολική επικράτηση και στον «κόσμο» της μοναστικής λειτουργικής πράξεως μετά το τέλος της εικονομαχίας.


β) Οι ιδέες του «ακολουθείν» τον Χριστό, του δια Χριστόν πάθους, της αυτοσταυρώσεως, θέματα καθαρά ασκητικά, κυριαρχούν καθολικά στην εκκλησιαστική υμνογραφία.


γ) Πολλές εορτές και ακολουθίες είναι αφιερωμένες σε ασκητές άνδρες και γυναίκες- που προβάλλονται ως πρότυπα της Ορθοδόξου πνευματικότητας (8).


δ) Το ασκητικό ιδεώδες κυριαρχεί στην εβδομαδιαία λειτουργική πράξη: Η Τρίτη αφιερωμένη στη Θεοτόκο και κυρίως στον Ιωάννη τον Βαπτιστή, τις κορυφές της ασκητικής ζωής και οδηγούς των ασκουμένων στον αγώνα τους. Η παρθενία και η εγκράτεια τιμώνται, έτσι, λειτουργικά στα πρόσωπα της Θεοτόκου και του Προδρόμου.


ε) Θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει εδώ την ύψωση του εικονοστασίου, τις μακρές περιόδους νηστείας, όπως και το ένδυμα των κληρικών (ράσο), που είναι καρπός μακράς ασκητικής -μοναστικής παραδόσεως. Ακόμη και η συνήθεια να συμμετέχουν κατά κανόνα όρθιοι οι Ορθόδοξοι στη λατρεία, αποδίδεται στην επίδραση της μοναστικής πολιτείας (ασκητική στάση έναντι του σώματος και μίμηση της πράξεως των Αγγέλων στην ουράνια λατρεία, οι οποίοι «ιστάμενοι» όρθιοι- λατρεύουν τον Θεό) (9).


Η αλληλοπεριχώρηση λατρεία και ασκήσεως στη ζωή της Εκκλησίας, ενσαρκώνει το πνεύμα της Ορθοδοξίας, που είναι η «εν καθαρά καρδία» προσέγγιση του βασιλείου της Χάριτος. Κυρίως η μετοχή στο μυστήριο των μυστηρίων, τη Θεία ευχαριστία, κατά την ομολογία της αγιοπατερικής συνειδήσεως, απαιτεί την εγρήγορση του πιστού και την ψυχοσωματική καθαρότητά του (παράβαλλε Β´ Κορινθίους 7, 1).


Λατρεία (Ευχαριστία) και «καθαρότης βίου» -με την ασκητική σημασία του όρου και όχι την ηθικολογική συμπορεύονται.


5. Η διάσωση από το Μοναχισμό της αυθεντικής διασυνδέσεως ασκήσεως και λατρείας είναι απόθεμα της δυνάμεώς του για την ανάπτυξη της διαχρονικής δυναμικής του στην έκφραση της εκκλησιαστικής Θεολογίας. Δεν είναι συμπτωματικό, ότι οι αληθείς Θεολόγοι της Εκκλησίας (Πατέρες) προέρχονται από το χώρο της ασκήσεως, και μάλιστα την συντονισμένη εκδοχή της, τον Μοναχισμό, τη φυσική συνέχεια της ζωής παραδόσεως της Εκκλησίας. Ο Μοναχισμός συντηρεί στις αυθεντικές τους διαστάσεις τους βραχίονες της θεολογήσεως και τις πτέρυγές της στις πνευματικές αναβάσεις (λατρεία και άσκηση).


Μέσα από την προοπτική, συνεπώς, της εκκλησιαστικής ασκήσεως και λατρείας διαφαίνεται η εγγενής σχέση του Μοναχισμού με τη θεολογική γνώση και τη θεολόγηση του εκκλησιαστικού σώματος.


Αυτός είναι και ο λόγος, που ο γράφων θεωρεί εκ πεποιθήσεως τον χώρο της ακαδημαϊκής Θεολογίας (Πανεπιστήμια) απλώς ως δυνατότητα επιστημονικής προσεγγίσεως και αναλύσεως των αποτυπώσεων μέσα στον ιστορικό χρόνο των μαρτυριών της πορείας της Εκκλησίας, ποτέ, όμως, ως προϋπόθεση εκκλησιαστικής -δηλαδή πρωτογενούς- θεολογήσεως, ως φανερώσεως δηλαδή της θείας γνώσεως.


Αυτό επιτυγχάνεται στην όντως Θεολογική Σχολή της Εκκλησίας, τον Χώρο της μοναστικής εμπειρίας, που θεμελιώνεται στα κεφάλαια 12-14 της Α´ προς Κορινθίους, όπου ο λόγος περί «πνευματικών» (χαρισμάτων). Μόνο οι μονίμως φοιτώντες σ’ αυτό το θεοδίδακτο σχολείο της ευσεβείας όπως οι μοναχοί αναδεικνύονται άνωθεν θεολόγοι της Εκκλησίας.


Σημειώσεις


1. Καν. ΜΓ´ της ΣΤ ´ Οικ. Συνόδου.


2. Ανδρ. Ι. Φυτράκη, Μαρτύριον και Μοναχικός βίος, Αθήναι, 1948. Παράβαλλε Π. Γ. Δ. Μεταλληνού. Ο άγιος και ο Μάρτυρας ως μιμητής του πάθους του Κυρίου, στον τόμο: Ο άγιος και ο Μάρτυρας στη ζωή της Εκκλησίας (Εισηγήσεις ΙΒ´ Συνεδρίου Πατερικής Θεολογίας), Αθήνα 1994, σ. 56-58.


3. Για την σχέση μοναχισμού και λατρείας βλέπε Τα «Ασκητικά» του Μ. Βασιλείου (PG. 31, ´520-1428).


4. Για το θέμα γλ. στου π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Η θεολογική μαρτυρία σ. 61 ε. ε.


5. Βλέπε W. Christ M. Paranikas, Anthologia Graeca carminum Christianorum Lipsiae 1871, s. XΧΙΧέ.


6. PG. 32, 493 B.


7. «Ευαγγελικός μοναχισμός», στο περιοδ. «Ο Όσιος Γρηγόριος» 1(1976), σ. 68 και 70.


8. Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις η προβολή των οσιακών μορφών της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας και του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος (αντίστοιχα την Ε´ και Δ´ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής). Για την έμπρακτη επιβεβαίωση βλέπε J. Tyciakt Die Liturgie als Quelle östlicher Frommig keit (Ecclesia Orans, 20) Freiburg 1937.


9. Βλέπε Ιωάνν. Φουντούλη, Το πνεύμα της θείας λατρείας στα: Λειτουργικά θέματα, Α´ Θεσ/νίκη 1977, σ. 21. Ε. Ε. 10. Βλέπε Π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Θεολογική Παιδεία και εκκλησιαστική Αγωγή, Αθήνα 1993, (ανατ. από την «Εκκλησία» 1993, σ. 127 ε. ε.).


Πηγή: Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» 23-9-2011 σελ. 5.


Αναδημοσίεση – μετατροπή από pdf σε html από: http://www.orthodoxostypos.gr/Photos/Pages/1894.pdf


Πηγή:  oodegr.co

Ἡ ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση ὡς θεμέλιο τῆς Ρωμηοσύνης Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ



Ἀνακοίνωση στὸ Συνέδριο (3.10.2015) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου διὰ τὴν συμπλήρωση εἰκοσαετίας ἀπὸ τὴν ἐνθρόνιση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ἱεροθέου.


Στό πλαίσιο τῆς ἐµψυχούµενης ἀπό τίς ἡσυχαστικές πρακτικές παράδοσης εἶναι δυνατόν νά ἑρµηνευθεῖ ἒγκυρα ἡ ἐθνική, κοινωνική, πολιτιστική, ἀλλά καί πολιτική ἱστορία τῆς Ἑλληνορ- θοδοξίας. Ἡ «Βυζαντινή» καί «Μεταβυζαντινή» διάρκεια δέν µπορεῖ νά ἀποτιµηθεῖ σωστά χωρίς γνώση τῆς πατερικῆς Θεολογίας, πού δέν εἶναι ἂσαρκη, στοχαστική-διανοητική θεολόγηση, ἀλλά καρπός εὒχυµος τῆς ἡσυχαστικῆς πράξης, ὡς ἂσκησης. 1. Ὁ Ἡσυχασµός συνιστᾶ τήν πεµπτουσία τῆς ρωµαίικης (ὀρθοδόξου) παραδόσεως, ταυτιζόµενος µέ αὐτό πού περικλείει καί ἐκφράζει ὁ ὃρος Ὀρθοδοξία1 . Ὀρθοδοξία ἒξω ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση εἶναι ἀδιανόητη καί ἀνύπαρκτη. Ἡ Ἡσυχαστική, ἐξ ἂλλου, πράξη εἶναι ἡ «λυδία λίθος» γιά τήν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντικῆς χριστιανικότητος. ∆έν ὑπάρχει Ἃγιος ἒξω ἀπό τήν ἡσυχαστική πράξη, ὃπως περίτρανα ἀποδεικνύει ἡ ὑµνογραφία τῆς Ἐκκλησίας µας. Πρέπει δέ νά ἀποσαφηνισθεῖ, ὃτι ὁ Ἡσυχασµός νοεῖται κυρίως ὡς πορεία πρός τήν θέωση καί ἐµπειρία θεώσεως καί δευτερευόντως ὡς (θεολογική) καταγραφή αὐτῆς τῆς µεθόδου καί ἐµπειρίας.Τά κείµενα, ἐξ ἂλλου, στήν Ὀρθοδοξία, τήν αὐθεντική χριστιανικότητα, ἀκολουθοῦν τήν πράξη καί τήν περιγράφουν, ἀλλά ποτέ δέν τήν ὑποκαθιστοῦν. Οἱ «διάδοχοι» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαµᾶ δέν βρίσκονται στήν ἀκαδηµαϊκή θεολόγηση, ἀλλά στήν ἀσκητική συνέχειά του. «Ὁ Ἡσυχασµός, ὡς ἀσκητική θεραπευτική ἀγωγή, ἦτο ἡ καρδία τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν ἐποχήν τῶν Ἀποστόλων καί ἐκυριάρχει εἰς ὃλην τήν Ρωµαϊκήν βασιλείαν, Ἀνατολήν καί ∆ύσιν»2 .


Αὐτή εἶναι ἡ ὑπεύθυνη διαπίστωση ἑνός ἐκ τῶν ἐγκυροτέρων ἐρευνητῶν τοῦ Ἡσυχασµοῦ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαµᾶ, τοῦ π. Ἰω. Ρωµανίδη. Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό πλαίσιο, µπορεῖ νά ἀποτιµηθεῖ ὀρθά καί ἡ συµβολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ3 . Ἀποτελῶν συνέχειαν τῶν ἀρχαίων Πατέρων, τῆς ἑνιαίας καί ἀδιάτµητης πατερικῆς παραδόσεως, «ἐξέφρασε –κατά τόν σεβαστόν Γέροντα π. Θεόκλητον ∆ιονυσιάτην- τό αἰώνιον πνεῦµα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀνανεώνοντας ἐµπειρίας της, τά βιώµατά της, τήν διδασκαλίαν της καί τάς ἐπαγγελίας της4 ». Συνέβαλε, ἒτσι, ἀποφασιστικά στή διάσωση τῆς καθόλου ταυτότητός της5 . 2. Εἶναι, βέβαια, γεγονός, ὃτι οἱ συνέπειες τῶν ἰδεολογικῶν ἐρίδων τοῦ 14ου αἰῶνος, πνευµατικῶν καί κοινωνικῶν, ἀποδυνάµωσαν αἰσθητά τήν συρρικνωµένη ἢδη ἀπό τόν 130 αἰ. αὐτοκρατορία, ἀφήνοντάς την ἀθωράκιστη στίς ἐπεκτατικές διαθέσεις τῶν γειτόνων της καί κυρίως τῶν Ὀθωµανῶν. Ἡ αὐτοκρατορία βάδιζε νοµοτελειακά πρός τήν δύση της, καταντώντας βαθµιαῖα ἓνα θλιβερό λείψανο τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ της6 . Ἐνῶ ὃµως οἱ ἐµφύλιοι σπαραγµοί, τά κοινωνικά ρήγµατα καί οἱ ἐχθρικές προσβολές ἐξασθένιζαν προοδευτικά τήν αὐτοκρατορία, οἱ πνευµατικές δυνάµεις τοῦ Γένους, ἀναβαπτιζόµενες διαρκῶς στήν ἡσυχαστική πατερική παράδοση, ἀπέτρεψαν τόν κίνδυνο νά µεταβληθεῖ ἡ Ρωµανία (Βυζάντιο) σέ φραγκικό προτεκτοράτο, ἐνῶ παράλληλα διέσωσαν τήν ἀνεξάντλητη πηγή τῶν πνευµατικῶν δυνάµεων, τῆς ρωµαλαιότητας καί τοῦ ψυχικοῦ δυναµισµοῦ της µέσα στήν µακρόσυρτη δουλεία. Μετά τή λατινική (1204) καί τήν ὀθωµανική (1453) ἃλωση, αὐτό πού ἐθίγη ἦταν, κυρίως, τό πολιτικό µέρος τῆς ζωῆς τοῦ Γένους, ὂχι ὃµως καί τό πνευµατικό. Ἀπόλυτο κέντρο τῆς Ρωµηοσύνης παρέµεινε ὁ θεούµενος, ὁ ὁποῖος µπορεῖ νά φθάσει στήν θέωση «εἰς ὁποιανδήποτε ἐποχήν ἢ κατάστασιν, κρατικήν ἢ πολιτικήν»7 . Οἱ Ἃγιοι τῆς περιόδου τῆς δουλείας καί τά ἱερά λείψανα, ὃπως τῶν ἁγίων Γερασίµου καί ∆ιονυσίου, στίς ἑνετοκρατούµενες µάλιστα περιοχές, εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα –καί κατά τόν Εὐγένιο τόν Βούλγαρη8 – διαβεβαίωση, ὃτι ἡ πνευµατική ἀκµή τοῦ Γένους δέν ἒσβησε κατά τήν δουλεία, οὒτε ἐπιτεύχθηκε ἡ ἀλλοτρίωσή του, καί µάλιστα σέ πε- ριοχές πολύ εὐνοϊκές πρός αὐτή τήν κατεύθυνση, ὃπως οἱ λατινοκρατούµενες. Ἡ ἡσυχαστική πνευµατικότητα µέ κέντρο τό Ἃγιον Ὂρος διαπότιζε τή συλλογική συνείδηση τοῦ Γένους, ἀφήνοντας ἐδῶ καί ἐκεῖ τούς εὐχύµους καρπούς τῆς παρουσίας, λειτουργικότητας καί δυ- νάµεώς της. «Ἡ ἡσυχαστική πατερική παράδοσις παρέµεινεν […] ἡ µεγαλυτέρα πνευµατική δύναµις τοῦ Γένους»10. Ἒτσι ἐξηγεῖται τό γεγονός, ὃτι ἓνας ἀκαδηµαϊκός -µέ τά σηµερινά κριτήρια-θεολόγος, ὁ Ληξουριώτης Βικέντιος ∆αµοδός (1700-1754)11 ζώντας στήν παράδοση, πού εἰσήγαγε στήν Κεφαλονιά (1560) ὁ ἃγιος Γεράσιµος, στήν ὀγκώδη ἐπιστηµονική δογµατική του ὑποστηρίζει, ἒναντι δυτικῶν καί ἡµετέρων δυτικοφρόνων, τήν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, θεωρώντας την αὐθεντική Ὀρθοδοξία12. Ὁ ∆αµοδός ὁδήγησε ἒτσι, στόν π. Ἰωάννη Ρωµανίδη καί τούς ὁµόφρονές του καί ὂχι στίς σχολαστικές «αὐθεντίες» τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν µας. Συµφωνῶ πλήρως µέ τόν Ἃγιον Ναυπάκτου, ὃταν ὑποστηρίζει ὃτι, «ὁ ἡσυχαστικός τρόπος ζωῆς κράτησε τό Γένος µέ τήν ἐθνική καί ὀρθόδοξη συνείδηση καί ἀνέδειξε τούς µάρτυρας καί ὁµολογητάς τῆς πίστεως’ αὐτός δηµιούργησε τίς ὀργανωµένες Κοινότητες καί τούς Συνεταιρισµούς, αὐτός διεφύλαξε τήν ἐσωτερική ψυχική ἐλευθερία καί αὐτός δηµιούργησε τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Εἶναι γνωστόν, ὃπως ὑποστηρίχθηκε ἀπό µελετητές, ὃτι ὃλοι οἱ ἣρωες τῆς Ἐπαναστάσεως ἦταν διαµορφωµένοι βάσει τῆς Ρωµαίικης παραδόσεως καί δέν διαπνέονταν ἀπό τόν δυτικό διαφωτισµό. Στήν παράδοση τοῦ Γένους εἲχαµε δικό µας φωτισµό,τόν φωτισµό τοῦ νοός, ὃπως τόν εἶπε καί ἐξέφρασε ὁ ἃγιος Νικόδηµος ὁ ἁγιορείτης, ὁ Μακρυγιάννης κ.ἂ.»13. Ὁ Ἡσυχασµός, ὡς ὑπαρκτή Ὀρθοδοξία, διαµόρφωσε τή συνείδηση τοῦ Γένους, τό φρόνηµά του, πραγµατούµενο δηµιουργικά σ’ ὅλη τήν ἱστορική διάρκειά του. Τό Γένος ἐπέζησε µέ τή διάσωση τῆς πατερικῆς θεραπευτικῆς, πού σωζόµενη στήν πληρότητά της στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων, ἂρδευε ἀκατάπαυστα τή συλλογική συνείδηση στήν πλατειά λαϊκή βάση, µέσω τῶν συλλογικά ἀποδεκτῶν, ἒστω καί πληµµελῶς, πρακτικῶν της. Ὁ Ἡσυχασµός εἶναι ἡ ὑπαρκτή Ὀρθοδοξία ὡς τρόπος ὑπάρξεως καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀξία ἢ ἀπαξία κάποιων ἐκπροσώπων τῆς Ἡγεσίας, Ἐκκλησιαστικῆς καί Πολιτικῆς. Μέσα ὃµως ἀπό ἀλλοτριωµένους «Ἡγέτες» περνᾶ συνεχῶς ἡ (ἀλλοτριωµένη) ∆ύση στήν «καθ᾽ ἡµᾶς Ἀνατολή» καί καθηµερινά διευρύνεται τό χάσµα µεταξύ πατερικότητας καί ἀντιπατερικότητας ἢ οἰκουµενιστικῆς «µεταπατερικότητας». 3. Ἡ ἐµµονή ὃµως στήν ἡσυχα- στική παράδοση καθόρισε, περαιτέρω, τίς στάσεις ἀπέναντι στή χριστιανική, ἀλλ’ ὂχι πλέον ὀρθόδοξη, ∆ύση, ἀλλά καί στήν ἑλληνική ἀρχαιότητα, ἢ µᾶλλον στά ἀνησυχητικά φαινόµενα στροφῆς σ’ αὐτήν, ὡς ἀρχαιολατρίας. Μέσω τῆς ἀντιπαραβολῆς τῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως µέ τήν δυτική ἒγινε κατανοητό ὃτι ἡ ∆ύση ὂχι µόνο δέν ἦταν πλέον ὁµόψυχη τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά ἀπειλοῦσε καί αὐτή τήν ἱστορική ὓπαρξή της. Τόν 14ο αἰώνα ἒλαβε χώρα ἡ πρώτη σέ βάθος ἀντιπαράθεση Ἀνατολῆς- ∆ύσεως στό χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς-θεολογικῆς παραδόσεως. Γιά πρώτη φορά δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά τεκµηριωθεῖ ἡ ριζική διαφοροποίησή τους καί τό ἀσύµπωτο µεταξύ τους. Ἀπεδείχθη, ὃτι εἶχε διαµορφωθεῖ στή ∆ύση µιά ἀλλοτριωµένη χριστιανοσύνη, ὑποστασιοποιούµενη σέ ἓνα πολιτισµό στούς ἀντίποδες τῆς ρωµαίικης Ἀνατολῆς. Ἡ νοοτροπία, πού ἐνσάρκωνε ὁ Βαρλαάµ, κορυφώθηκε στόν ἂγγλο ἱστορικό Γίββωνα (1737-1794), πού ἐξέφρασε µέ κλασικό τρόπο τή συνείδηση τῆς ∆ύσεως γιά τή Ρωµαίικη Ἀνατολή καί προετοίµασε, µαζί µέ τόν ρατσιοναλιστή παπικό ἐκκλησιαστικό ἱστορικό Mosheim (18ος αί.)15, τόν Ἀδαµάντιο Κοραῆ ὡς πατριάρχη τῶν ἡµετέρων δυτικιζόντων. Τό ἐσωτερικό φῶς τῶν Ἡσυχαστῶν ἦταν γιά τόν Γίββωνα «προϊόν µιᾶς κακόγουστης ἰδιοτροπίας· δηµιουργία ἑνός κενοῦ στοµάχου καί ἑνός κούφιου µυαλοῦ». Ὁ Ἡσυχασµός εἶναι γι’ αὐτόν ἡ κορύφωση «τῶν θρησκευτικῶν ἀνοησιῶν τῶν Γραικῶν»16. Αὐτές οἱ προ- καταλήψεις , παγιωµένες στήν εὐρωπαϊκή συλλογική συνείδηση µέσω τῆς παιδείας διαµορφώνουν ἒκτοτε τή δυτική στάση ἒναντι τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, καί ἰδιαίτερα ἒναντι τοῦ Ἑλληνισµοῦ ὣς σήµερα. Ἀπό τήν ἂλλη πλευρά, ἡ ἑλληνικότητα, πού ἐνσάρκωναν οἱ σχολαστικοί τοῦ Βυζαντίου, ὃπως ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς (διεκήρυττε ἀπροκάλυπτα ὃτι εἶναι «Ἓλλην»), διαφοροποιόταν διαµετρικά ἀπό τήν ἑλληνικότητα, ὃπως αὐτή ἀφοµοιώθηκε µέσα στήν πατερικότητα καί συνιστᾶ τήν φυσική συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας, µέσα ὃµως ἀπό τήν πατερική σύνθεση ἑλληνικότητας καί χριστιανικότητας, πού ὁδήγησε στήν πολιτιστική πραγµατικότητα τῆς Ρωµηοσύνης17. 4. Ὁ Ἡσυχασµός θά διαδραµατίσει, ἐξ ἂλλου, σηµαντικό ἑνωτικό ρόλο στά ταραγµένα πολιτιστικά καί διασπασµένα λόγω τῶν περιπετειῶν τους Βαλκάνια. Οἱ Ἡσυχαστές θά µετακινοῦνται ἐλεύθερα σ’ ὃλη τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἀπό τόπο σέ τόπο, ὑπερβαίνοντας τίς ἐθνικές διαφορές, πού µετά τό 1204 ἂρχισαν νά τονίζονται εἰς βάρος τῆς ἑνότητας στό ἐκκλησιαστικό σῶµα. Ἀπό τόν µεγάλο ρωµαιοκαθολικό ἁγιολόγο Fr. Halkin ἒγινε λόγος γιά µία «∆ιεθνῆ τοῦ Ἡσυχασµοῦ». Ἡ ἑνότητα τοῦ Γένους, στή βαλκανική διάθλασή της, ἀπειλήθηκε, ἀλλά καί περιστασιακά καταλύθηκε, ἀπό τήν παράταξη τῶν ἀντιησυχαστῶν, «λατινελλήνων» (κατά τόν ἃγιο Γρηγόριο Παλαµᾶ) καί «γραικολατίνων» (κατά τόν ἃγιο Μάρκο Εὐγενικό), οἱ ὁποῖοι ταυτίσθηκαν µέ τήν φραγκολατινική µεταφυσική, συνεχίζοντας τόν πνευµατικό δυϊσµό τῆς «βυζαντινῆς» λογιοσύνης, πού ἐνσάρκωσαν προγραµµατικά ὁ Ψελλός καί ὁ Ἰταλός. Οἱ δυτικίζοντες ἀντιησυχαστές θεωροῦσαν παρακµή τό γεγονός, ὃτι ἡ Ἀνατολή δέν εἶχε σχολαστική θεολογία καί ἐµερίµνησαν γιά τήν εἰσαγωγή της στή ζωή καί τήν παιδεία τοῦ Γένους18. Ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Ἡσυχασµοῦ καί ἡ στροφή στή µεταφυσική θεολόγηση ἀλλοτρίωσε προοδευτικά τήν ταυτότητα τοῦ Γένους, τό ὁποῖο µετά τήν ἳδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπελευθερώθηκε µέν ἀπό τή δουλεία τῆς «Τουρκίας», ἀλλά ὂχι καί ἀπό ἐκείνη τῆς «Φραγκίας». Κατά τόν π. Ρωµανίδη «µέ τήν ἐκδίωξιν τῶν ἡσυχαστῶν ἀπό τήν ἰδεολογίαν τοῦ Νεοελληνισµοῦ καί τήν ἐπικράτησιν τοῦ Κοραϊσµοῦ, ἡ κάθαρσις ἀντικατεστάθη µέ τήν ἠθικήν καί ὁ φωτισµός µέ τήν κατήχησιν». Ἒτσι, «οἱ ἡσυχασταί πνευµατικοί Πατέρες ἀντικατεστάθησαν ἀπό ἠθικολογοῦντες ὀργανωτές κατηχητικῶν σχολείων, πού ἐφόρτωσαν τήν νεολαίαν µέ ἠθικόν σύστηµα, πού µόνον ὑποκριτής ἠµπορεῖ νά δώση τήν ἐντύπωσιν ὃτι ἐφαρ- µόζεται.Ἒτσι καί οἱ βίοι τῶν Ἁγίων κατήντησαν ἐν πολλοῖς εἶδος µυθολογίας»19. Ὁ Ἡσυχασµός ἐκτοπίσθηκε ἀπό τόν µεταφυσικό στοχασµό καί τόν δογµατισµό στό χῶρο τῆς θεολογήσεως, ἀλλά καί ἀπό τόν εὐσεβισµό στό χῶρο τῆς λαϊκῆς θρησκευτικότητος. Τά µοναστήρια ἒχασαν, ἒτσι, τό ἀληθινό θεραπευτικό νόηµά τους, ὑποκαθιστάµενα ἀπό κοσµικά ἱεραποστολικά σχήµατα, µέ τό αἲτηµα νά µεταβληθοῦν καί αὐτά σέ κέντρα δράσεως διά κοινωφελεῖς σκοπούς. Ἡ ἒκδοση τῶν ἒργων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαµᾶ, ὑπό τήν διεύθυνση τοῦ ἀειµνήστου καθηγητοῦ Παν. Χρήστου, καί ἡ ἐπιστηµονική, ἀλλά καί βαθύτατα παραδοσιακή προσέγγιση τοῦ Ἡσυχασµοῦ ἀπό ἁγιορεῖτες, ὃπως ὁ µακαριστός π. Θεόκλητος ∆ιονυσιάτης καί Θεολόγους, µέ πρωτοπόρους τόν π. Ἰωάννη Ρωµανίδη καί τόν Σεβασµιώτατον Μητροπολίτην Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο, συνέβαλαν στήν ἐπανακάλυψη τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τῶν πατερικῶν δηλαδή θεµελίων µας. «Σήµερα περισσότερο ἀπό κάθε ἂλλη φορά, συνειδητοποιοῦµε τή µεγάλη ἀξία τῆς Ρωµαίικης-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως»20. Ὁ σύγχρονος ἂνθρωπος ἀναζητεῖ θεραπεία ἀπό τά ψυχολογικά καί ὑπαρξιακά προβλήµατά του. Ἡ προσφορά, συνεπῶς, µιᾶς ἰδεολογικοποιηµένης ἢ θρησκειοποιηµένης «Ὀρθοδοξίας» περιπλέκει µᾶλλον τά προβλήµατα, ἀντί νά τά ἐπιλύει, καθιστώντας τήν Ὀρθοδοξία ἀποκρουστική καί ἂχρηστη. «Ἡ ἡσυχαστική µας παράδοση θεραπεύει, ἀντίθετα, τόν πυρήνα τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου»21. Καταλήγω, συνεπῶς, ταυτιζόµενος καί στό σηµεῖο αὐτό µέ τόν Ἃγιο Ναυπάκτου: «Ὁ Ἡσυχασµός, ὃπως τόν ἐξέφρασε ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς καί τόν διεφύ- λαξε ὡς κόρην ὀφθαλµοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ζωή τοῦ σύγχρονου κόσµου»22. Συγχαρητήρια γιά τήν συµπλήρωση εἰκοσαετίας θεοφιλοῦς ποιµαντορίας, Ἃγιε Ναυπάκτου. Εἰς πολλά ἒτη, ∆έσποτα! *


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Βλ. π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου, Ἐκκλησιαστικαί Σύνοδοι καί Πολιτισμός, Θεολογία τ. 66 (1995) 646-680 {καί ἀγγλιστί στόν τ. 63 (1992) 421-450}. Πρβλ. τοῦ Ἰδίου, Ἡ θρησκεία εἶναι νευροβιολογική ἀσθένεια, ἡ δέ Ὀρθοδοξία ἡ θεραπεία της, στόν τόμο Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνισμός, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου, Β΄ Τόμος,1996, σ. 67-87. 2. π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἒργα, 1: Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς ἡσυχα- ζόντων. Τριάς Α΄. Θεσσαλονίκη 1984, σ. 12. 3. Πρβλ. π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου, στό ἲδιο, σ. 32. 4. Ἀθωνικά Ἂνθη, 1(1962) σ. 79 (=Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς). 5. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθόδοξος καί Εὐρωπαϊκός πολιτισμός, Μεγέθη ἀλληλοσυμπληρούμενα ἢ ἀλληλοαποκλειόμενα; Ἀθῆναι 1996. 6. Πρόχειρα στοῦ Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑλληνισμός Μαχόμε- νος, Ἀθήνα 1995 (ἐδῶ: σ.13-40: Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές. Πνευματική ἀκμή καί κοινωνική κρίση στόν βυζαντινό 14ο αἰώνα). 7. π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες…, σ. 32. 8. Βλ. Ἐπιστολή Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως πρός Πέτρον Κλαίρκιον. Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν γινομένων ἐν αὐτῇ θαυμάτων. Ἀθήνησιν 1844. 9. Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Σ. Βλάχου (Μητροπολίτου Ναυπάτου),Ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης, Λεβαδειά 1992. Καί κατά τόν π. Ἰ. Ρωμανίδη (Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες, σ. 31: «ἡ θεραπευ- τική ἀγωγή τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως μετεφέρθη ἀπό τήν κοσμικήν Ἐνορίαν, ὃπου ἐξησθένισεν, εἰς τήν μοναστικήν Ἐνορίαν […] . Ὁ Μοναχισμός ἒγινεν εἶδος ἰατρικῆς Σχολῆς, ὃπου ἐσπούδαζαν τήν ἀποστολικήν θεραπευτικήν οἱ ὑποψήφιοι ἐπίσκοποι. Παράλληλα τό ἒργον κάθε κοσμικῆς ἐνορίας ἦτο νά μιμηθῇ τήν μο- ναστικήν ἐνορίαν κατά δύναμιν». 10. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες, σ. 80. 11. Βασιλικῆς Μπόμπου-Σταμάτη, Ὁ Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία-Ἐργογραφία, Ἀθήνα 19982 (μέ πλούσια βιβλιογραφία). π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Βικεντίου Δαμοδοῦ , Θεολογία Δογματική κατά Συντομίαν, ἢ τε Συνταγμάτιον Θε- ολογικόν, Εἰσαγωγή-Κριτική Ἒκδοση-Σχόλια ὑπό … , Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, 2008. 12. Βικεντίου Δαμοδοῦ, Δογματική, τ. Α1 . Προ- λεγόμενα-Κριτική Ἒκδοση, π. Γε- ώργιος Δ. Μεταλληνός – Βαρβάρα Καλογεροπούλου-Μεταλληνοῦ, Συνεργάτης Ἰω. Ν. Τσέλιος, Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου, 2013. 13. Ὃπ. π., σ. 244/45. 14. «Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Τουρκοκρατίας ἀπέδειξαν ἐπανειλημμένως, ὃτι ἡ δύναμις αὐτή (=τοῦ φωτισμοῦ) τοῦ προσευχομένου Ἁγίου Πνεύματος μέσα εἰς τήν καρδίαν τοῦ πιστοῦ ἦτο πολύ μεγαλυτέρα ἀπό τά χειρότερα βασανιστήρια, πού ἠμποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νά ἐπινοήσουν» (π. Ἰ.Σ. Ρωμανίδου,Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες,σ. 26). 15. Iohann Lorenz Mosheim (1694-1755), δημιουργός τῆς καλουμένης «πραγματικῆς» ἱστορίας,, [RGG3 , 4 (1960)1157/8 (M. Schmidt) καί LTK 7(1962) 656/7 (P. Meinhold) 16. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑλληνισμός μαχόμενος, ὃπ. π., σ. 23. 17. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνικότητα, Ἀθήνα 19922 , σ. 13 ἑ.ἑ. Πρέπει νά δηλωθεῖ, ὃτι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχαι- ολατρικῶν τάσεων τῆς ἐποχῆς μας, ὃπως γνωρίζω ἀπό τούς δημοσίους διαλόγους μαζί τους, «δέχονται» τόν Βαρλαάμ ὡς ἐκπρόσωπο μιᾶς δῆθεν «ἑλληνιζούσης» παραδόσεως, ἐνῶ ἀπορρίπτουν τόν Παλαμᾶ, ὡς «ἀνθέλληνα» (=ἀπήχηση τῆς θέσεως τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰ. Μάϊεντορφ) ἀνεξάρτητα, βέβαια, ἀπό τήν θεολογία ἀμφοτέρων, πού φυσικά τήν ἀπορρίπτουν. 18. Ἀκριβῶς γιά τήν ὀρθόδοξη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά ἀναθεωρηθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἡσυχασμοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ἁγιορείτου ( ἢ Γραικοῦ), ἒστω καί ἂν ἒγινε (1988) ἡ ἐκκλησιαστική διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του, ὡς καί ἡ ἀπάλειψη τοῦ κατά τοῦ Βαρλαάμ ἀναθέματος, πού ἒγινε ἐπί Αἰκατερίνης τῆς Β΄ (18ος αἰ.). 19. Ρωμαῖοι ἢ Ρωμηοί Πατέρες, σ. 25. 20. Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὁ ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σ. 245. 21. Στό ἲδιο. 22. Στό ἲδιο.


http://orthodox-voice.blogspot.gr/2015/11/blog-post_648.html



https://agathan.wordpress.com/2015/11/29/


 

π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: Ὁ Μῦθος περὶ ξένων ἐπιδράσεων σὲ ἔργα τοῦ Ἅγιου Νικοδήμου Ἁγιορείτου

 

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

Ὁ λόγος γιά τήν χρήση δυτικῶν πηγῶν ἀπό τόν ἃγιο Νικόδημο, παλαιότερα τουλάχιστον, ἦταν εὐρύτατος. Συνεχίζεται δέ καί σήμερα ἀπό ἐκείνους, πού δέν παρακολουθοῦν τήν πορεία τῆς ἐπιστημονικῆς ἒρευνας καί
ἀγνοοῦν τά νεώτερα πορίσματά της. Ὑπάρχουν ὃμως καί ἐκεῖνοι, πού παρασύρονται ἀπό τήν γλώσσα τοῦ Ἁγίου καί καταλήγουν σέ ἀνέρειστα συμπεράσματα.
Τό κρίσιμο ὃμως ἐρώτημα σ’ αὐτή τήν προβληματική εἶναι, πῶς ὁ συγγραφέας τοῦ «Συμβουλευτικοῦ Ἐγχειριδίου», τῆς «Νέας Κλίμακος» καί ἐκδότης τῆς «Φιλοκαλίας» ἦταν δυνατόν νά χρησιμοποιεῖ δυτικά πρότυπα. Δυτικές ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο δέχθηκε καί ἓνας ἀπό τούς ἐγκυρότερους ἐρευνητές του, ὁ γερμανός ἰησουϊτης Gerhard Podskalky [1], ἀπό τόν ὁποῖο ἒχουν ἐπηρεαστεῖ καί Ἓλληνες συγγραφεῖς.
  1. Γίνεται λόγος γιά ἒμμεσες ἐπιδράσεις στόν ἃγιο Νικόδημο, μέ ἀναφορά στά ἒργα του «Ἐξομολογητάριον» (1794) καί «Χρηστοήθεια» (1803)[2]. Στή διάρκεια τῆς δουλείας κυκλοφοροῦσαν διάφορα «Ἐξομολογητάρια» (Ὁδηγός Έξομολόγου καί Ἐξομολογουμένου), Ἑλληνικά καί Ξένα [3]. Στά δεύτερα ἀνῆκαν καί τά μεταφρασμένα ἀπό τά ἰταλικά ἒργα τοῦ Paolo Segneri «Ὁ Μετανοῶν διδασκόμενος» [4] καί «Ὁ Πνευματικός διδασκόμενος»[5], πού θεωρήθηκαν ὡς πηγή τοῦ Νικοδήμου. Ἀναδύεται ὃμως τό κρίσιμο ἐρώτημα: Τὀ «Ἐξομολογητάριον» συνετάχθη μετά τήν ἐνασχόληση τοῦ Νικοδήμου μέ τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου [6], ἂρα σέ κλίμα καθαρά ἡσυχαστικό-φιλοκαλικό, στό ὁποῖο μόνιμα ἐκινεῖτο ὁ Ἃγιος. Γιατί, λοιπόν, νά καταφύγει σέ παπικῆς προελεύσεως πηγές;

  1. Γίνεται ὃμως λόγος καί γιά ἂμεσες ἐπιδρἀσεις, σχετικά με τά ἒργα τοῦ Νικοδήμου «Ἀόρατος Πόλεμος» (1795) [7] καί «Γυμνάσματα Πνευματικά» (1800) [8], πού θεωροῦνται ἀντιγραφή ὁμοτίτλων δυτικῶν προτύπων. Ἡ περί ἰταλικῶν προτύπων ἐκδοχή, τά ὁποῖα μάλιστα ἐπέλεξε ὁ ἲδιος ὁ Νικόδημος, ὁδήγησε σέ τερατώδεις ὑποθέσεις στό παρελθόν. Ἡ θέση ὃμως αὐτή ἒχει πιά ξεπεραστεῖ. Αὐτό δέ ὀφείλεται στήν ὁριακή παρέμβαση τοῦ ἒγκριτου ἱστορικοῦ-φιλολόγου κ. Ἐμμανουήλ Φραγκίσκου [9], ὁ ὁποῖος ἐξέτασε ἐκτενῶς τό πρόβλημα, καταλήγοντας στό συμπέρασμα, ὃτι «ἡ σχηματισμένη ὣς τώρα εἰκόνα γιά τή σχέση τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτη μέ κείμενα τῶν Scupoli καί Pinamonti καί πέρα ἀπό αὐτό, γιά τήν ἐπίδραση τοῦ καθολικισμοῦ στό ἒργο του, ἒρχεται νἀ ἀλλάξει ριζικά. Εἶναι φανερό, ὃτι ἡ σχέση αὐτή ὑπῆρξε τελικά ἒμμεση [10]. Ἀλλά καί τό ἐπίθετο «ἒμμεση» ἒχει τήν ἐξήγησή του.

3 Ἀπριλίου 1204: Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φραγκολατίνους Γράφει ὁ πατὴρ Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν


Γράφει ὁ πατὴρ Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν

Ἐκεῖνον τὸν Ἀπρίλιο… (Ἡ ἅλωση τοῦ 1204)

Ἂν ἡ 29η Μαΐου εἶναι ἡμέρα πένθους γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, διότι φέρνει στὴ μνήμη μας τὴν ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς τὸ 1453, ἄλλο τόσο ἀποφρὰς εἶναι γιὰ τὸ Γένος μας καὶ ἡ 13η Ἀπριλίου, διότι κατ᾿ αὐτὴν ἔπεσε ἡ Πόλη τὸ 1204 στοὺς Φράγκους. Τὸ δεύτερο γεγονὸς δὲν ὑστερεῖ καθόλου σὲ σημασία καὶ συνέπειες ἔναντι τοῦ πρώτου. Αὐτὴ εἶναι σήμερα ἡ κοινὴ διαπίστωση τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Ἀπὸ τὸ 1204 ἡ Πόλη, καὶ σύνολη ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ῥώμης, δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρεῖ τὴν πρώτη της δύναμη. Τὸ φραγκικὸ χτύπημα ἐναντίον της ἦταν τόσο δυνατό, ποὺ ἔκτοτε ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν «μία πόλη καταδικασμένη νὰ χαθεῖ» (Ἑλ. Ἀρβελέρ). Ἀξίζει, συνεπῶς, μία θεώρηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἔστω καὶ στὰ περιορισμένα…

ὅρια ἑνὸς ἄρθρου.
  1. Στὶς 12/13 Ἀπριλίου 1204, ἔπειτα ἀπὸ μία πεισματικὴ καὶ μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οἱ Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία τῆς Ῥωμανίας/ Βυζαντίου ἔσβηνε κάτω ἀπὸ τὸ θανάσιμο πλῆγμα τῆς φραγκικῆς Δύσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦταν σημαντικότατο σὲ δύο κατευθύνσεις: α) ἐσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικὰ τὴν περαιτέρω πορεία τῆς αὐτοκρατορίας, καὶ β) ἐξωτερικά, διότι καθόρισε ἐπίσης τελεσίδικα τὶς σχέσεις μὲ τὴν Δύση, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀνερχόμενη δύναμη τῶν Ὀθωμανῶν. Ἡ τραγικὴ ἱστορικὴ ἐπιλογὴ τοῦ Ῥωμαίικου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸν γνωστὸ ἐκεῖνο λόγο «κρεῖττον (…) φακιόλιον (…) Τούρκων ἢ (παρὰ) καλύπτρα λατινική», ὑποστασιώνεται στὰ 1204, ὅταν πλέον ἀποκαλύπτονται ἀδιάστατα οἱ διαθέσεις τῆς Φραγκιᾶς ἔναντι τῆς Ῥωμαίικης Ἀνατολῆς.

Ἀπὸ τὸ 1095 ἀρχίζουν οἱ σταυροφορίες, ἐκστρατεῖες δηλαδὴ τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Εὐρώπης, μὲ σκοπό, κατὰ τὶς ἐπιφανειακὲς διακηρύξεις, τὴν ἀπελευθέρωση καὶ ὑπεράσπιση τῶν Ἁγίων Τόπων. Στὶς ἐπιχειρήσεις αὐτές, ποὺ κράτησαν ὡς τὸν 15ο αἰώνα, πρωτοστατοῦσαν οἱ ἑκάστοτε Πάπες, διότι ἦσαν «ἱεροὶ πόλεμοι» κατὰ τῶν ἀπίστων. Βέβαια ἡ ἔρευνα ἔχει ἐπισημάνει στὶς ἐκστρατεῖες αὐτὲς καὶ ταπεινὰ ἐλατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμοῦ κ.ἄ. 

Εἶναι ὅμως σήμερα πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία ὅτι οἱ σταυροφορίες κύριο σκοπὸ εἶχαν τὴν φραγκικὴ κυριαρχία στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καί, τελικά, τὴν διάλυση τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ῥώμης, ποὺ ἦταν τὸ ἐμπόδιο στὸν ἐπεκτατισμὸ καὶ τὰ μονοκρατορικὰ σχέδια τῆς μετακαρλομάγνειας Φραγκοσύνης. Τὸ 1204, ἡ ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ἡ διάλυση τῆς «Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας» καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα Φραγκοκρατία ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἐκτίμηση αὐτή.

  1. Τὰ γεγονότα τοῦ 1204 συνδέονται μὲ τὴν Δ´ σταυροφορία. Ἡ σχετικὴ βούληση γι᾿ αὐτὴν ἐκφράσθηκε τὸ 1199 μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πάπα Ἰννοκεντίου Γ´ (1198-1216), «πνευματικοῦ πατέρα» τῶν δύο βασικῶν ἐπεκτατικῶν μέσων της φραγκοπαπικῆς ἐξουσίας, τῆς «Ἱερᾶς Ἐξετάσεως» (Inquisitio) καὶ τῆς Οὐνίας (ὡς ἰδέας). Συνεργάτης αὐτόκλητος παρουσιάσθηκε ὁ δόγης (δούκας) τῆς Βενετίας Δάνδολος μὲ τὸ στόλο του. Σπουδαῖο ἱστορικὸ πρόβλημα εἶναι ἡ ἐκτροπὴ τῆς Δ´ σταυροφορίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν σκοπὸς ἀνομολόγητος ἢ τραγικὴ σύμπτωση; Ἡ πλειονότητα τῶν ἱστορικῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἀδέσμευτων, δέχεται τὸ πρῶτο.

Ἐπρόκειτο γιὰ καλὰ ὀργανωμένο σχέδιο, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ δοθεῖ ἰσχυρὸ κτύπημα στὴν Ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία, ποὺ περνοῦσε περίοδο κάμψεως λόγω τῆς ἐντάσεως τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου. Κατὰ τὰ δυτικὰ χρονικά, μάλιστα, κάποιοι λατίνοι ἄρχοντες ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν, ὅταν ἔμαθαν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ σκοποῦ τῆς σταυροφορίας. Οἱ περισσότεροι ὅμως συμβιβάσθηκαν ἀπὸ οἰκονομικὴ ἀνάγκη.

Ἔμειναν κυρίως οἱ «μυημένοι» στὴ συνωμοσία κατὰ τῆς Νέας Ρώμης κάτω ἀπὸ τὴν «πνευματικὴ» ἡγεσία τοῦ Πάπα καὶ τὴν στρατιωτικὴ τοῦ Δόγη, ποὺ μετέβαλε τὴν Βενετία σὲ θαλασσοκράτειρα δύναμη μὲ τὴν ἐκμηδένιση τοῦ «Βυζαντίου». Ὁ βενετικὸς στόλος μετέφερε στὴν Προποντίδα ἄγριες μάζες Φλαμανδῶν, Φράγκων, Γερμανῶν – τὰ χειρότερα στρώματα τῆς δυτικῆς κοινωνίας, κακοποιούς, ἐγκληματίες, καιροσκόπους. Ἡ ἀμοιβὴ τοῦ Δόγη: ἡ μισὴ λεία ἀπὸ τῇ λεηλασία τῆς πλουσιότερης πρωτεύουσας τοῦ τότε κόσμου.

  1. Βέβαια, τὰ φραγκοπαπικὰ σχέδια διευκολύνθηκαν ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἀρρυθμία τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀπὸ τὸν ια´ αἰώνα ἄρχισε προοδευτικὰ ἡ παρακμή της. Τὸ 1071 στὸ Ματζικὲρτ ὁ «βυζαντινὸς» στρατὸς δέχθηκε μεγάλη ἥττα ἀπὸ τοὺς Σελτζούκους Τούρκους, μὲ συνέπεια τὴν ἀπώλεια μεγάλου τμήματος τῆς Μ. Ἀσίας.

Παράλληλα (1071) χάθηκε τὸ τελευταῖο ἔρεισμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν Ἰταλία, ἡ Βάρις (Bari), πέφτοντας στὰ χέρια τῶν Νορμανδοφράγκων. Οἱ ἀνορθωτικὲς προσπάθειες τῶν Κομνηνῶν δὲν εἶχαν σημαντικὰ ἀποτελέσματα καὶ τὸ κράτος ὑποχωρεῖ σταδιακὰ στὴν οἰκονομικὴ ἰσχὺ τῶν ἰταλικῶν πόλεων. Ἡ αὐτοκρατορία παραχωρεῖ σημαντικὰ προνόμια στὴ Βενετία, Πίζα καὶ Γένουα μὲ ἀντάλλαγμα στρατιωτικὴ βοήθεια. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦταν νὰ δημιουργηθοῦν ἀκμαῖες δυτικὲς παροικίες στὴν Ἀνατολή, μεταβάλλοντας τὸ ἔδαφος τῆς αὐτοκρατορίας σὲ δικό τους ἐμπορικὸ χῶρο. Οἱ Ἰταλοφράγκοι ἑδραιώθηκαν στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἐνίσχυσαν τὴν βουλιμία τῆς εὐρύτερης φραγκικῆς οἰκογένειας.

Ἀλλὰ καὶ τὸ κοινωνικὸ κλίμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀρκετὰ ἀντίξοο. Ἡ Πόλη ἔχει πιὰ ἀπομονωθεῖ καὶ ἀναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις λόγω τῆς δυσαρέσκειας τῶν ἐπαρχιῶν. Διοίκηση καὶ πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σὲ διαφθορά. Οἱ φορολογίες εἶναι δυσβάστακτες καὶ βαρύνουν τοὺς πολίτες τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἀμφισβητεῖται καὶ σημειώνονται ἐπαναστατικὰ κινήματα.

Ἡ φήμη γιὰ τὴν μυθώδη πολυτέλεια τῆς Πόλης καὶ τῶν κατοίκων της εἶχε διαδοθεῖ καὶ στὴ Δύση μὲ εὔλογες συνέπειες. Τὰ ἀμύθητα πλούτη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔτρεφαν τὴν φαντασία τῶν πολλῶν καὶ διευκόλυναν τὰ ἐπεκτατικὰ σχέδια τῶν λίγων, τῆς φραγκικῆς ἡγεσίας. Βέβαια, οἱ ἀνύποπτοι ἐπαρχιῶτες τῆς αὐτοκρατορίας εἶδαν στὴν ἀρχὴ ὡς θεία τιμωρία τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ὁ δὲ ὄχλος της ἔλαβε μέρος στὴ λεηλασία. Ἀργότερα ὅμως θὰ συνειδητοποιηθοῦν οἱ σκοποὶ τῶν Φράγκων καὶ θὰ ἐκτιμηθοῦν σωστὰ τὰ γεγονότα.

  1. Ἡ ὀργάνωση τῆς σταυροφορίας ἄρχισε τὸ 1201. Σημαντικοὶ φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ὁ κόμης τῆς Φλάνδρας Βαλδουΐνος, ὁ κόμης τῆς Καμπανίας Τιμπῶ, ὁ ἱστορικὸς Γοδεφρεῖδος Βιλλεαρδουΐνος καὶ ὁ μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός. Ἡ συγκέντρωση τοῦ στρατοῦ ἔγινε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1202 στὴ Βενετία. Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1202 καταλήφθηκε γιὰ λογαριασμὸ τῶν Βενετῶν ἡ δαλματικὴ πόλη Ζάρα, ποὺ εἶχε ἀποστατήσει καὶ ὑπαχθεῖ στὸ βασίλειο τῆς Οὐγγαρίας.

Οἱ δυναστικὲς ἔριδες στὴν Κωνσταντινούπολη («Ἄγγελοι») διευκόλυναν – ὡς συνήθως – τὰ δυτικὰ σχέδια. Οἱ σταυροφόροι στὶς 24.5.1203 ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Ζάρα καὶ μέσῳ Κερκύρας κατευθύνθηκαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ θέα τῆς πόλεως τοὺς ἄφησε κατάπληκτους. «Δὲν μποροῦσαν νὰ φαντασθοῦν πῶς ὑπῆρχε στὸν κόσμο τόσο ἰσχυρὴ πόλη»-σημειώνει ὁ Γ. Βιλλεαρδουΐνος στὴν ἱστορία του. Στὶς 6 Ἰουλίου ἄρχισε ἡ πρώτη πολιορκία, μὲ λεηλασίες στὰ προάστια καὶ τὶς ἀκτὲς τῆς Προποντίδας.

Προσπάθεια τῶν πολιορκουμένων, τὴν νύκτα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ 1204, νὰ πυρπολήσουν τὸν ἐχθρικὸ στόλο, ἀπέτυχε. Ἐπεκράτησε τότε ἀναρχία. Στὶς 25 Ἰανουαρίου ὁ λαὸς ἀνεκήρυξε αὐτοκράτορα τὸν Νικόλαο Καναβό, ἐνῶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Δ´ συνελήφθη καὶ ἐκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αὐτοκράτορας ἐκλέχθηκε ὁ Ἀλέξιος Ε´ ὁ Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα καὶ νὰ περιορίσει τὶς λεηλασίες. Οἱ σταυροφόροι ἤδη τὸ Μάρτιο τοῦ 1204 εἶχαν ὑπογράψει συνθήκη γιὰ τὴν τύχη τῆς αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν πτώση τῆς πρωτεύουσας.

Βασικὲς ἀποφάσεις: θὰ ἐκλεγόταν λατίνος αὐτοκράτορας καὶ λατίνος πατριάρχης. Ἔτσι φάνηκαν καὶ οἱ ἀληθινοὶ σκοποὶ τῆς ἐκστρατείας. Ἐπίσης καθορίσθηκε ὁ τρόπος διανομῆς τῆς λείας καὶ τῶν ἐδαφῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ μεγάλη ἐπίθεση κατὰ τοῦ θαλασσίου τείχους ἔγινε στὶς 9 Ἀπριλίου. Ἡ τελικὴ ὅμως ἐπίθεση ἔλαβε χώρα στὶς 12 καὶ ξημερώνοντας 13 ἔπεσε ἡ Πόλη. Ἡ ἡγεσία εἶχε ἤδη διαλυθεῖ. Αὐτοκράτωρ καὶ εὐγενεῖς ἐγκατέλειψαν τὴν πόλη καὶ μόνο οἱ κληρικοὶ ἔμειναν, γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τοὺς σταυροφόρους καὶ νὰ τοὺς δηλώσουν τὴν ὑποταγὴ τῆς Βασιλεύουσας. Ὁ λαὸς πίστευε στὰ χριστιανικὰ αἰσθήματα τῶν νικητῶν, ἀλλὰ διαψεύσθηκε οἰκτρά.

  1. Ἡ συμπεριφορὰ τῶν σταυροφόρων ἀπεκάλυψε στοὺς ἀνατολικοὺς τὴν φραγκικὴ Δύση, ἑκατὸν πενήντα χρόνια μετὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχίσμα. ΄Ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Φράγκους ἀκατονόμαστες πράξεις ἀγριότητας καὶ θηριωδίας. Φόνευαν ἀδιάκριτα γέροντες, γυναῖκες καὶ παιδιά. Λεηλατοῦν καὶ διαρπάζουν τὸν πλοῦτο τῆς «βασίλισσας τῶν πόλεων τοῦ κόσμου». Στὴ διανομὴ τῶν λαφύρων μετέσχε, κατὰ συμφωνία καὶ ὁ Πάπας.

Τὸ χειρότερο: πυρπόλησαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Πόλης καὶ ἐξανδραπόδισαν ἕνα τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ της. Σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν οἱ βιασμοὶ τῶν γυναικῶν καὶ τὰ ἄλλα κακουργήματα. Μόνο τὴν πρώτη μέρα φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι τῆς Πόλης. Ἰδιαιτέρως δὲ στόχος τῆς θηριωδίας ἦταν ὁ Κλῆρος. Ἐπίσκοποι καὶ ἄλλοι κληρικοὶ ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια καὶ κατασφάζονταν μὲ πρωτοφανῆ μανία. Ὁ Πατριάρχης μόλις μπόρεσε ξυπόλητος καὶ γυμνὸς νὰ περάσει στὴν ἀπέναντι ἀκτή.

Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ τοὺς θησαυρούς της. Ἐσυλήθηκαν οἱ ναοὶ καὶ αὐτὴ ἡ Ἁγία Σοφία, μάλιστα μέσα σὲ σκηνὲς φρίκης. Στὴ λεηλασία πρωτοστατοῦσε ὁ λατινικὸς κλῆρος. Κανεὶς δὲν φανταζόταν ὅτι ἡ Πόλη θὰ ἔκρυβε τόσο ἀνεκτίμητους θησαυρούς. Ἐπὶ πολλὰ χρόνια τὰ δυτικὰ πλοῖα μετέφεραν θησαυροὺς στὴ Δ. Εὐρώπη, ὅπου καὶ σήμερα κοσμοῦν ἐκκλησίες, μουσεῖα καὶ ἰδιωτικὲς συλλογές, π.χ. Ἅγιος Μᾶρκος, Βενετία. ΄Ἕνα μέρος τῶν θησαυρῶν (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος ἀπὸ τοὺς «βυζαντινοὺς» θησαυροὺς τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐκποιήθηκε τὸ 1795 ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Δημοκρατία γιὰ πολεμικὲς ἀνάγκες.

  1. Βαθύτερα ἴχνη ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν καταστροφὴ «τῆς πόλης τῶν Πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στὶς ψυχὲς τῶν Ὀρθοδόξων. Γιὰ τοὺς Ῥωμηοὺς ἦταν πιὰ ἀπόλυτα βεβαιωμένο ὅτι ἡ Δ´ σταυροφορία εἶχε ἀπ᾿ ἀρχῆς στόχο τὴν ἅλωση τῆς Πόλης καὶ τὴν διάλυση τῆς Ῥωμαίικης Αὐτοκρατορίας. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ δυτικὲς πηγὲς βλέπουν τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς τιμωρία τῶν «αἱρετικῶν» (Γραικῶν), ποὺ ἦσαν «ἀσεβεῖς καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους».

Τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν βλέπουν ὡς «νίκη τῆς Χριστιανοσύνης». Τὸ χάσμα, συνεπῶς, μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ εἶχε ἀνοίξει μὲ τὸ σχίσμα (1054), γίνεται τώρα ἀγεφύρωτο. Οἱ «Βυζαντινοὶ» εἶχαν τὴν εὐκαιρία, ἄλλωστε, νὰ ζήσουν τὸ μίσος τῶν Φράγκων ἐναντίον τους. Κατὰ τὸν ἱστορικὸ Νικήτα Χωνιάτη, αὐτόπτη μάρτυρα τῆς ἁλώσεως, ἡ ἁρπακτικότητα καὶ βαρβαρότητα τῶν σταυροφόρων δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν ἠπιότητα τῶν μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖοι μόλις κατέλαβαν τὰ Ἱεροσόλυμα ἀρκέσθηκαν ἁπλῶς στὴν ἐπιβολὴ μικροῦ φόρου, ἀποφεύγοντας κάθε βιαιότητα.

Οἱ «Βυζαντινοὶ» συνειδητοποίησαν ὅτι μετὰ τὸ 1204 οἱ Λατίνοι – Φράγκοι ἦσαν ὁ οὐσιαστικὸς ἐχθρός τους, γιατί μόνο ἀπ᾿ αὐτοὺς κινδύνευε ἡ ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἡ παράδοση τοῦ Γένους. Ἔτσι, διαμορφώθηκε ἡ στάση τῶν ἀνθενωτικῶν, ποὺ προέκριναν τὴν πρόσκαιρη συνεργασία μὲ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἀπὸ τὴν «φιλία» τῶν Φράγκων, ἐπιλέγοντας μεταξὺ δύο κακῶν. Μία στάση ποὺ θὰ ἐκφρασθεῖ θεολογικὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ κατὰ τὸν 18ο αἰώνα.

Ἡ ἅλωση τοῦ 1204 ὅμως εἶχε καὶ εὐεργετικὲς συνέπειες σὲ μία ἄλλη διάσταση. Ὁ μέσος Ῥωμηὸς θὰ συνειδητοποιήσει τὴν σημασία τῆς διαλύσεως τῆς αὐτοκρατορίας. Ὅσο μάλιστα θὰ παρατείνεται ἡ φραγκοκρατία, ἡ ἀντιπάθεια ἐναντίον τῶν Λατίνων θὰ μεταστοιχειωθεῖ σὲ ὁμοψυχία. Λόγω δὲ τῆς διασπάσεως τῆς ἑνότητας τῶν ἐπιμέρους ἐθνοτήτων τῆς αὐτοκρατορίας μετὰ τὸ 1204, θὰ ἀρχίσει ὁ τονισμὸς τῆς ἐθνικότητας, μὲ ἐμφάνιση τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ὁ τραυματισμὸς δὲ τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου θὰ γεννήσει τὴν Μεγάλη Ἰδέα, ὡς πόθο ἐπανακτήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀνασυστάσεως τῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ὁδήγησε τὴν χώρα μας νὰ καταλήξει, ἀπὸ τη σχέση «προστασίας» σὲ συμμαχίες μὲ τὶς μεγάλες δυτικὲς δυνάμεις καὶ σήμερα σὲ «νομαρχία» τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης. Τὸ Εὐρωπαϊκὸ «Διευθυντήριο» ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ συνεχίζει τὴν ἅλωση τοῦ Γένους/Ἔθνους μας μὲ ἄλλους τρόπους. Πόσο τὸ συνειδητοποιοῦν αὐτὸ οἱ Πολιτικοί μας στὶς συναλλαγές τους μὲ τὴν Δυτικὴ Ἡγεσία; Τουλάχιστον, γιὰ νὰ μετριάζεται ἡ ἄκρατη αἰσιοδοξία μας καὶ νὰ μὴ πορευόμαστε μὲ αὐταπάτες…

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2019/04/13-1204.html#more