Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου, υπήρξε μία ζωηφόρος άμπελος, που έθρεψε
για χίλια σχεδόν χρόνια την Ορθοδοξία του Βορρά, με «βότρυας
ζωής».Παλαίστρα υπερφυών αγώνων. Ορμητήριο πνευματικών αναβάσεων.
Φυτώριο αγίων ανδρών. Ανδρών, που με τις πύρινες προσευχές, τ' ασκητικά
παλαίσματα, τις θαυματουργίες και την αγιότητά τους, ενίσχυσαν και
στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη Ρωσία. Στο «Πατερικό των Σπηλαίων
του Κιέβου» περιέχονται τα στοιχεία που διασώθηκαν από τους βίους και
τα κατορθώματα των οσίων εκείνων πατέρων, των πρώτων οικιστών των
σπηλαίων και των μαθητών τους. Συντάχθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα στη
σλαβονική γλώσσα. Στα τρία πρώτα μέρη του βιβλίου, ο άγνωστος συντάκτης
του, συγκέντρωσε τις σχετικές διηγήσεις των οσίων Νέστορος του
χρονογράφου, Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας και Σίμωνος, επισκόπου
Βλαντιμίρ και Σουζντάλ. Στο τέταρτο μέρος, δίνονται κάποια βιογραφικά
στοιχεία για τους τρεις αυτούς ιερούς συγγραφείς, ενώ έχουν προστεθεί
και δύο μεταγενέστερες «διηγήσεις» που σχετίζονται με τη μονή των
Σπηλαίων. Το «Πατερικό» γνώρισε και άλλες νεώτερες εκδόσεις στη
σλαβονική και ρωσική γλώσσα. Μία απ' αυτές, της Οδησσού (1903),
απετέλεσε την κύρια πηγή μας για την ελληνική μετάφραση, στην οποία
προτάξαμε και ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα για τη Λαύρα των Σπηλαίων.
Απ' αυτή την έκδοση, προέρχονται και οι χαριτωμένες λαϊκές γκραβούρες
που συνοδεύουν το κείμενο.
Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017
Δευτέρα 4 Απριλίου 2016
Πρωτ. Θεόδωρος Ζήσης. Ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση η "Αγία και Μεγάλη Σύνοδος" της Κρήτης
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.
Ξένη πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση
ἡ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Κρήτης
ἡ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Κρήτης
Ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ προετοιμάζεται ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1920, φαίνεται ὅτι, ἐκτὸς ἀπροόπτου, θὰ πραγματοποιηθεῖ τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 στὴν Κρήτη, ἐνῶ ἀρχικὸς τόπος συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της εἶχε ὁρισθῆ ἡ Κωνσταντινούπολη.
Ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔπρεπε νὰ προκαλεῖ χαρὰ εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, διότι ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία εἶχε περιπέσει σὲ συνοδικὴ ἀπραξία καὶ ἀργία, ἐννοεῖται ἐπὶ οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου, διότι τοπικὲς ἢ εὐρύτερες σύνοδοι δὲν ἔπαυσαν νὰ συγκαλοῦνται ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ σύγκληση, λοιπόν, μιᾶς νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἴτε μετὰ τὴν ἀναγνωρισμένη ἐπισήμως Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 787, εἴτε μετὰ τὶς θεωρούμενες δύο ἄλλες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὴν Η´ ἐπὶ Μ. Φωτίου τοῦ 879 καὶ τὴν Θ´ ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τοῦ 1351, θὰ ἀποτελοῦσε πράγματι ἕνα σημαντικὸ ἱστορικὸ γεγονός, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἀπεδείκνυε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ τὴν διοικητική της διάρθρωση σὲ πολλὲς αὐτοκέφαλες τοπικὲς ἐκκλησίες, ἐπὶ πλέον θὰ τὴν παρουσίαζε ὡς ἕνα ζωντανὸ ὀργανισμό, ποὺ θέλει καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιλύσει ποιμαντικά, δογματικὰ καὶ ἄλλα προβλήματα τῆς ἐποχῆς, καὶ ὄχι ὡς ἕνα μουσειακὸ ἀπολίθωμα τοῦ παρελθόντος.
Δὲν ἔλειψαν βέβαια κατὰ τὸν παρελθόντα αἰώνα καὶ κατὰ τὸν παρόντα φλέγοντα θέματα ποὺ ἀπαιτοῦν πανορθόδοξη ἀπόφαση, ὅπως π.χ. τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου, ποὺ διέσπασε τὴν ἑορτολογικὴ ἑνότητα καὶ σὲ πανορθόδοξο καὶ σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο, ὅπως καὶ τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς, τὸ ὁποῖο προσβάλλει τὴν βασικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποία σὲ κάθε τόπο πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνας μόνον ἐπίσκοπος καὶ ὄχι πολλοί, ὅσες ἐθνότητες δηλαδὴ ὑφίστανται στὸν συγκεκεριμένο τόπο. Ὁ κατάλογος αὐτὸς τῶν φλεγόντων θεμάτων μπορεῖ νὰ αὐξηθεῖ, σημαντικώτερο δὲ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ συνοδικὴ καταδίκη τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί, κατὰ συνέπειαν, ἡ διακοπὴ τῶν ἐν τῇ πράξει ἀποδειχθέντων ὄχι ἁπλῶς ἀνωφελῶν ἀλλὰ ἐπικινδύνων Θεολογικῶν Διαλόγων, ὡς καὶ ἡ ἀποχώρησή μας ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ἀκόμη καὶ ἂν δεχθεῖ κανεὶς τὸν ἐσφαλμένο ἰσχυρισμὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπορρίπτουμε τὸν διάλογο, οὔτε τὴν συμμετοχή μας σὲ διαχριστιανικὰ σώματα, πράγματα ἀμάρτυρα καὶ ἄγνωστα στὴν δισχιλιετὴ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ἀπὸ τὰ οἰκτρὰ καὶ καταστροφικὰ πάντως ἀποτελέσματα καὶ τῶν Διαλόγων καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἔπρεπε νὰ προβληματισθοῦμε ἐν συνόδῳ καὶ νὰ ἐπανααξιολογήσουμε τὴν στάση μας, πολὺ περισσότερο διότι ἤδη δύο αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, ἡ τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βουλγαρίας, ἔχουν διαχωρίσει τὴν θέση τους, ἀλλὰ καὶ στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα σύνολης τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, ἀποτειχίσεις, διακοπὲς μνημοσύνου τῶν οἰκουμενιστῶν ἐπισκόπων.
Δυστυχῶς, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος δὲν ἐμπνέει καμμία ἐμπιστοσύνη καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀνθίσει καμμία ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀποτελεῖ αὐθεντικὴ συνέχεια τῶν Ἁγίων καὶ Μεγάλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ὅτι θὰ προσπαθήσει, ὅπως ἔπρατταν ἐκεῖνες, νὰ ἐπιλύσει φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα ποὺ θὰ ἀναπαύσουν τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα καὶ θὰ συντελέσουν στὴν ἀποδοχή της. Ἡ ἴδια ἀρνεῖται νὰ σηκώσει, νὰ βαστάσει τὸ βάρος τῶν εὐθυνῶν της, «τὸ βάρος τῆς ἡμέρας». Δὲν θέλει ἐν πρώτοις τὸν τελευταῖο καιρὸ νὰ θεωρεῖται ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἐνῶ ἔτσι τὴν ὁραματίσθηκαν αὐτοὶ ποὺ τὴν ξεκίνησαν, αὐτοὶ ποὺ τὴν προχώρησαν, ἀκόμη καὶ αὐτοὶ ποὺ τὴν πολέμησαν. Ἀντιλαμβάνονται φαίνεται οἱ ὑπεύθυνοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶ μεγάλες ἀπαιτήσεις μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διότι ἂν ἀνταποκριθοῦν σ᾽ αὐτὲς τὶς ἀπαιτήσεις, θὰ πικράνουν καὶ θὰ δυσαρεστήσουν τοὺς ἰσχυροὺς φίλους των, τοὺς σχεδιαστὰς τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ πλήξουν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀναμειγνύοντάς την μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες τοῦ Ἀντιχρίστου. Γι᾽ αὐτὸ κάνουν τὸ πᾶν ἡ Σύνοδος νὰ μὴν ἔχει κανένα γνώρισμα τῶν προηγουμένων συνόδων, οὔτε ὡς πρὸς τὴν διάρκεια τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς λειτουργίας, οὔτε ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τῶν θεμάτων, οὔτε ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων στὴν λήψη τῶν ἀποφάσεων, οὔτε ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴ τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, οὔτε κυρίως ὡς πρὸς τὴν δογματικὴ ὀρθότητα καὶ κανονικὴ ἀκρίβεια τῶν ληφθησομένων ἀποφάσεων. Οἰκοδομοῦν ἕνα μοντέλο, ἕνα πρότυπο συνόδου, ἄγνωστο καὶ ἀμάρτυρο στὴν συνοδικὴ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἡ λύση τῶν φλεγόντων θεμάτων στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐσωτερική της ἑνότητα καὶ ἁρμονία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἀπέσυραν τὸ Ἡμερολογιακὸ ἀπὸ τὴν λίστα τῶν θεμάτων, τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ τὰ Δίπτυχα, καὶ δὲν δίνουν λύση στὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς. Τὸ μόνο θέμα τὸ ὁποῖο ὑποχρεώνονται ἔξωθεν καὶ ἄνωθεν νὰ προχωρήσουν εἶναι ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ ὁ Συγκρητισμός, ὄχι μὲ σκοπὸ τὴν καταδίκη τους, ὅπως ἀπαιτοῦν ἡ αὐθεντικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὑγιὴς συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πανορθόδοξη ἀναγνώριση καὶ ἀποδοχή τους, ὥστε οἱ αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ καὶ οἱ ἄλλες νὰ θεωροῦνται «ἐκκλησίες» καὶ τὰ μυστήριά τους σωτηριώδη καὶ ὑποστατά. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνατροπὴ καὶ ἐπιτυχία τοῦ Διαβόλου στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς ἐπιτρέπουν νὰ διαφωνοῦν καὶ νὰ ἐρίζουν στὰ ἄλλα θέματα, νὰ διορθώνουν, νὰ ἀποσύρουν, ὄχι ὅμως εἰς αὐτό. Αὐταπατῶνται καὶ ματαιοπονοῦν ὅσοι ἐπίσκοποι νομίζουν ὅτι μποροῦν μὲ βελτιώσεις καὶ διορθώσεις νὰ ὀρθοδοξοποιήσουν τὸ βασικὸ κείμενο τῆς Συνόδου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Ἡ μόνη ὀρθόδοξη θέση πάνω στὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἦταν ἡ ἀπόφαση γιὰ διακοπὴ τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ποὺ παρήγαγαν τὰ αἱρετικὰ κείμενα τοῦ Βαλαμάντ (1993), τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ τοῦ Πουσάν (2013) καὶ ἡ ἀποχώρηση ἀπὸ τὸ παναιρετικὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν Ἐκκλησιῶν Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας.
Δυστυχῶς ἡ αἱρετικὴ σπορὰ τοῦ ἐκ Κρήτης καταγομένου μασόνου πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη ἐπιχειρεῖ νὰ βλαστήσει καὶ νὰ καρποφορήσει αἱρέσεις καὶ πλάνες στὴν λεβεντογέννα καὶ ἁγιοτόκο Κρήτη. Εὐχόμαστε νὰ μὴ συνδεθεῖ τὸ ὄνομα τῆς μεγαλονήσου μὲ μία φιλοπαπικὴ ψευδοσύνοδο, καὶ ἐπανέλθουμε στὴν περίοδο τῆς Λατινοκρατίας. Ἐπικαλούμαστε γι᾽ αὐτὸ τὶς πρεσβεῖες τῶν ὁμολογητῶν Λατινομάχων Ἁγίων Μ. Φωτίου, Γρηγορίου Παλαμᾶ, Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἀθανασίου Παρίου, Νεκταρίου Πνεταπόλεως, Ἰουστίνου Πόποβιτς, Νικολάου Ἀχρίδος, Παϊσίου Ἁγιορείτου καὶ Φιλοθέου Ζερβάκου.
Πέμπτη 9 Απριλίου 2015
Μήνυμα Μ. Παρασκευής σωτ. έτους 2015 Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Μήνυμα Μ. Παρασκευῆς σωτ. ἔτους 2015
Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
«Χριστός κατέθετο σφαγείς ἐπί τοῦ Σταυροῦ τό αἷμα τό θεϊκόν»
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας τό «ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί ἀπό τῶν γενεῶν» λαμβάνει σήμερα τήν πλέον δραματική τροπή του· ὁ «υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τό σταυρωθῆναι»! Σήμερα ἡ ἐκ τῶν Ἰουδαίων σωτηρία (Ἰω. 4, 22) παραδίδεται στά ἔθνη, καθώς οἱ νομικοί ἀρχιερεῖς δέν ἀνεγνώρισαν Βασιλέα «εἰ μή Καίσαρα» (Ἰω. 19, 15). Σήμερα ἑσμός ἐθελοκάκων θεοκτόνων παραδίδει πρός Σταύρωσιν τόν ἐθελόθυτον καί ἀπειρόκακον Ἄρνα, τόν Θελητήν τοῦ Ἐλέους, «ἵνα κατάσχῃ τήν κληρονομίαν» (Ματθ. 21, 38) Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «υἱός τοῦ ἀνθρώπου ὅν ὁ Θεός ἐκραταίωσεν ἑαυτῷ» (Ψαλμ. 79, 16). Σήμερα «ἡ ἀκανθηφόρος Ἑβραίων συναγωγή, oὐ στοργήν πρός τόν Εὐεργέτην φυλάξασα μητρικήν», ἐπιθέτει στέφανον ἐξ ἀκανθῶν στόν μόνο Νυμφίο καί Βασιλέα τῆς «θυγατρός Ἱερουσαλήμ». Σήμερα κρεμᾶται ἐπί Ξύλου καί ἐπί κορυφῆς τῆς πέτρας τοῦ Γολγοθᾶ, διψῶν καί ποτιζόμενος μέ ὄξος, ἡ Πέτρα Χριστός, ἡ πηγή τῆς ἐνεργείας τοῦ Παναγίου Πνεύματος, «ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰω. 4, 14). Σήμερα οἱ πόδες Ἐκείνου πού ἔπλυνε τούς πόδας τῶν ἱερῶν μαθητῶν καί τοῦ προδότου, πλύνονται ἐν τῷ θεορρύτῳ αἵματι πού ἐκχέεται «περί πολλῶν, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. 26, 28).
Ἀλλ' ὅμως ὅλα αὐτά ἔχουν ἐπιτραπεῖ γιά τήν σωτηρία μας· καί ὁ προνοητής τῶν πάντων Υἱός καί Λόγος καί Θεός, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, διά τῆς συγκαταβάσεώς Του ὁδηγεῖ σέ ἐκπλήρωση τίς περί Αὐτοῦ προφητεῖες· διότι τήν ἡμέρα αὐτή προεῖδε ἐν Πνεύματι ὁ ἅγιος Προφήτης Ἱερεμίας ἕξι αἰῶνες νωρίτερα καί προεφήτευσε περί τῶν σταυρωτῶν «δεῦτε καί ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς τόν ἄρτον αὐτοῦ καί ἐκτρίψωμεν αὐτόν ἀπό γῆς ζώντων» (11, 19), πηγνύοντες τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ εἰς τό Δεσποτικόν Σῶμα, τόν «οὐράνιον Ἄρτον, τήν τροφήν τοῦ παντός κόσμου». Τήν κοσμοσωτήριον Σταύρωσιν προεφήτευσε ὁ μέγας Προφήτης Ἠσαΐας ἑπτά αἰῶνες πρό τοῦ Χριστοῦ λέγων, ὅτι «αἴρεται ἀπό τῆς γῆς ἡ ζωή Αὐτοῦ, ἀπό τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον» (53, 8)· καί Αὐτός δέν εἶναι παρά ὁ Ἴδιος «ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, Θεός ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή καί ἐξουσία εἶναι ὁ ἐπ' ὤμου βασταχθείς ὑπ΄Αὐτοῦ Σταυρός, «οὗ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ» (9, 5). Τήν Θυσία τοῦ Σταυρωθέντος Μεσσίου προκηρύσσει ἀκόμη παλαιότερα καί ὁ Προφητάναξ Δαυίδ, γράφων ὡς διά στόματος τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ: «ὤρυξαν χεῖράς μου καί πόδας· ἐξηρίθμησαν πάντα τά ὀστᾶ μου, αὐτοί δέ κατενόησαν καί ἐπεῖδόν με· διεμερίσαντο τά ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καί ἐπί τόν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον» (Ψαλμ. 21, 17-19).
Ἐνῷ ὅμως διά τῶν φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων πιστοποιεῖται ἡ ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς ἀνθρωπότητά Του, ταυτοχρόνως δοξάζεται διά τῶν θαυμάτων ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί ἡ ὁμοούσιος καί ταυτοτελής μέ τόν Πατέρα Θεότητά Του· «καί τό μέν αὐτῶν διαλάμπει τοῖς θαύμασι, τό δέ ταῖς ὕβρεσιν ὑποπέπτωκε»· καί παρ΄ ὅτι στόν Ἰησοῦ Χριστό ἕνα εἶναι τό Πρόσωπο «τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου», δηλαδή τό θεῖο Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, παρά ταῦτα «ἕτερόν ἐστιν ἐκεῖνο ἐξ οὗ ἑκατέρῳ κοινόν ἐστι τό τῆς ὕβρεως», δηλαδή ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεάνθρωπος ὀνομάζεται συγκαταβατικῶς «Θεός παθητός καί Κύριος τῆς Δόξης ἐσταυρωμένος (Α΄ Κορ. 2, 8), οὐ καθό Θεός, ἀλλά καθό καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός», καί ἄλλο εἶναι ἡ θεία Του φύση, «καί ἕτερον ἐξ οὗ κοινόν τό τῆς δόξης καθέστηκε», χάρις στήν ὁποία ἡ ἀνθρωπίνη φύση Του ἔχει πλουτισθεῖ μέ τό πλήρωμα τῆς δόξης τῆς Θεότητος, καί ἔτσι ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται ἐπίσης καί «ἄνθρωπος ἐπουράνιος» (Α΄ Κορ. 15, 49).
Καί Ἐσταυρωμένος λοιπόν ὁ Μεσσίας δέν ἔπαυσε νά εἶναι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, Θεός Παντοκράτωρ, Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ὁ «ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος» δέν ὑπήχθη στή βία τοῦ θανάτου ἤ οἱασδήποτε σωματικῆς πληγῆς καί κακώσεως· διότι, ὅπως ὁ Ἴδιος, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἐδογμάτισε, «οὐδείς αἴρει τήν ψυχήν μου ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγώ τίθημι αὐτήν ἀπ' ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καί ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν» (Ἰω. 10, 18). Ἐπειδή εἶναι Θεός, δέν ἐξέπνευσε, παρά μόνον ὅταν εἶχαν ὅλα ἐκπληρωθεῖ, ἀκόμη καί ἡ τελευταῖα σχετική προφητεία, «ἔδωκαν εἰς τό βρῶμά μου χολήν καί εἰς τήν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος» (Ψαλμ. 68, 22)· δέν ἀπέθανε δηλαδή κατά σάρκα προτοῦ προκαλέσει καί ἐκείνην: «εἰδώς οὖν πάντα πεπληρωμένα λέγει “Διψῶ”, πάλιν ἐνταῦθα προφητείαν πληρῶν ... καί οὐ πρότερον ἐπῄει τῷ σώματι ἡ τελευτή, ἕως ὅτε αὐτός ἐβούλετο». Ὁ πρώιμος χρόνος τοῦ θανάτου Του καί ἡ ἰσχυρά κραυγή Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἀμέσως πρό τούτου (Ματθ. 27, 50), ἀπόδειξη ὅτι δέν εἶχε σωματικῶς ἐξαντληθεῖ, διακηρύσσουν ὅτι ὁ Θεάνθρωπος αὐτεξουσίως ἐξεψύχησε· «διά τοῦτο γάρ φωνῇ ἔκραξεν͵ ἵνα δειχθῇ ὅτι κατ΄ ἐξουσίαν τό πρᾶγμα γίνεται. Ὁ γοῦν Μάρκος φησίν͵ ὅτι ἐθαύμασεν ὁ Πιλάτος͵ εἰ ἤδη ἐτεθνήκει· καί ὅτι ὁ κεντυρίων διά τοῦτο μάλιστα ἐπίστευσεν͵ ὅτι μετ΄ ἐξουσίας ἀπέθανεν». Ἡ τεθεωμένη ψυχή Του, μέ τήν ὁποία θά καταβῇ στόν ᾍδη δέν ἀφῃρέθη ἀπό Αὐτόν, ἀλλά Αὐτός τήν παρέδωσε: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τό πνεῦμά μου» (Λουκ. 23, 46), καί ἡ λέξη “παρατίθεμαι” «τό ἑκούσιον διδάσκει τοῦ Πάθους». Ὑπέρ τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἐπιμαρτυρεῖ ἐπίσης μέ ἀκρίβεια τό ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔκλινε τήν κεφαλή ἀφοῦ παρέδωσε τό πνεῦμα, ὡς κοινός θνητός, ἀλλά αὐτεξουσίως ἐξέπνευσε, καθότι Θεός καί Κύριος τῶν πάντων, ἀφοῦ πρῶτα ἔκλινε τήν κεφαλή (Ἰω. 19,30)· «οὐδέ γάρ ἐπειδή ἐξέπνευσεν ἔκλινε τήν κεφαλήν, ὅπερ ἐφ' ἡμῶν γίνεται, ἀλλά, ἐπειδή ἔκλινε τήν κεφαλήν, τότε ἐξέπνευσε· δι΄ ὧν πάντων ἐδήλωσεν ὁ Εὐαγγελιστής ὅτι τοῦ παντός Κύριος αὐτός ἦν».
Καί ἄν ὁ Λυτρωτής μας καί Θεός χρησιμοποιώντας προφητικά λόγια ἐκραύγασε «Ἠλί ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί, τοῦτ' ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27, 46 & Ψαλμ. 21, 2), αὐτό δέν φανερώνει τήν ἐγκατάλειψή Του ἀπό τόν Πατέρα· πῶς ἦταν δυνατόν νά εἶναι κεχωρισμένος τοῦ Πατρός «ὁ ὤν διά παντός σύν τῷ Πατρί;», ὁ μαρτυρῶν ὅτι «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστιν;» (Ἰω. 14, 10)· ἀλλά ἡ φωνή αὐτή φανερώνει ἐν πρώτοις τήν οἰκείωση τῶν ἀνθρώπων ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ὡς ἐκ προσώπου ἡμῶν, τῶν μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων τότε ἀνθρώπων, ἐκφέρει τήν προσευχή αὐτή· «οὐ κατελείφθη ὑπό τῆς οἰκείας θεότητος, ἀλλ' ἡμεῖς ἦμεν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καί παρεωραμένοι. Ὥστε τό ἡμέτερον οἰκειούμενος πρόσωπον ταῦτα προσηύξατο. Τήν τε κατάραν καί τήν ἐγκατάλειψιν ἡμῶν καί τά τοιαῦτα οὐκ ὄντα φυσικά» ἰδιώματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως «οὐκ αὐτός ταῦτα ὤν ἤ γενόμενος ᾠκειώσατο, ἀλλά τό ἡμέτερον ἀναδεχόμενος πρόσωπον καί μεθ΄ ἡμῶν τασσόμενος». Ἐπιπλέον δέ, ἀποτελεῖ ἡ κραυγή αὐτή καί ὁμολογία τῆς ἀδιαλείπτου ἑνότητός Του μέ τόν Πατέρα, «ἵνα μάθωσιν ὅτι μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς τιμᾷ τόν πατέρα καί οὐκ ἔστιν ἀντίθεος. Διό καί προφητικήν ἀφῆκε φωνήν, ὥστε αὐτόν γενέσθαι κατάδηλον, διά πάντων δεικνύς αὑτοῦ τήν ὁμόνοιαν πρός τόν γεγενηκότα».
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Τό πανάγιον Πάθος τοῦ Σωτῆρος συνιστᾷ ἕνα ἀπό τά κορυφαῖα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο διαλάμπει κατ' ἐξοχήν ἡ ἄπειρος ἀγάπη καί σοφία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἀλλά καί ὁ πλοῦτος τῆς Παντοδυναμίας Του. Μόνον ὡς Θεός ὁ σταυρωθείς ἦταν δυνατόν νά κινήσει τά στοιχεῖα τῆς ἀψύχου κτίσεως σέ διαμαρτυρία: «εἰ κοινός ἄνθρωπος ἦν ὁ Χριστός, πῶς τεθνεῶτος αὐτοῦ τοσοῦτος ἦν ἐν τοῖς στοιχείοις ὁ θόρυβος;». Διά τοῦτο, ἄς ἀναλογισθοῦμε τήν ἀτίμητη ἀξία τοῦ Δεσποτικοῦ Αἵματος, τῆς «ἀληθοῦς πόσεως» (Ἰω. 6,55), διά τοῦ ὁποίου λυτρωθήκαμε ἀπό τήν ἁμαρτία («ἠγοράσθημεν γάρ τιμῆς», [Α΄ Κορ. 6, 20] ) καί διά τοῦ ὁποίου συνίσταται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὑπερβολῇ ἁγιασμοῦ· ὁ Χριστός «κατέθετο σφαγείς ἐπί τοῦ Σταυροῦ τό αἷμα τό θεϊκόν, θυσίαν ἀνυσιμωτάτην ἐς ἄκρον· ρυέν γάρ ἀπό τῶν μελῶν καί τῆς πλευρᾶς ἐκπηδῆσαν, τί οὐκ ἄν καί δέδρακε καί δράσειεν ἀγαθόν; ... Πόσον ἡ φύσις ἡμῖν μεμόλυνται, ὅσον οὐκ ἄν ἀποπλῦναί τε καί καθᾶραι τό θεῖον ἐκεῖνο νίτρον ἐδύνατο;». Αὐτῷ, τῷ Σταυρωθέντι ὑπέρ ἡμῶν, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
ὁ Καθηγούμενος τοῦ Ἱ. Ἡσυχ. Παντοκράτορος,
† Ἀρχιμ. Κύριλλος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
Τετάρτη 8 Απριλίου 2015
ΠΡΟΣΕΥΧΗ :ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ!Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
|
Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῆς πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχος 10, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Πέμπτη 12-3-2015.
|
Ἐμεῖς τί λέμε; Προσευχόμαστε γιά τόν ἄλλο. Ὑπάρχει κάτι βαθύτερο πού κάνει ὁ Θεός. Τά πάντα μπορεῖ νά κάνει. Ἐμεῖς φτάνουμε στά ὅρια. Ἄν δέν γίνεται ὁ λόγος μας τίποτε, ὄχι γιά νά σταματήσουμε, θά καταλήξουμε στό ἀκραῖο καί παιδαγωγικό ἐκφραστικό μέγεθος πού λέγεται προσευχή. Αὐτό τό λέω πάντα, τό ξεχνᾶμε ὅμως, γιατί σέ πολλές ἀγωνιώδεις καταστάσεις πού ζοῦμε καί, πολλές φορές, ἔχουμε μιά σωστή ἄποψη καί θέλουμε νά προστατεύσουμε τόν ἄλλο, καί τό λέμε, τό ξαναλέμε, κι ἐπειδή τό εἴπαμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι πρέπει, παραπάνω ἀπ᾽ ὅσο τό λέει ὁ Θεός, καί ξεπεράσαμε καί τά μέτρα τοῦ Θεοῦ, καί κάναμε μιά -γιά καλά πράγματα- πλύση ἐγκεφάλου, κι ὁ ἄλλος ἀντιδρᾶ, εἶναι καλύτερα νά σωπάσουμε καί νά καταλήξουμε στό μέγεθος πού πιστεύουμε καί δέν πιστεύουμε· πού εἶναι ἡ προσευχή. Τήν πιστεύουμε ὅλοι. Ἀλλά τήν πιστεύουμε, ἤ μᾶλλον καλύτερα, τήν πιστεύουμε, ἀλλά τήν ἐμπιστευόμαστε; Γιατί στά δύσκολα, πού ὅταν δέν γίνεται κάτι, πόσες φορές τό λέω; Λέω, «νά προσεύχεσαι». Οἱ ἄλλοι μ᾽ ἀκοῦνε μ᾽ ἕνα ὕφος ἱλαρό, γελοιοποιητικό, «ἔ, αὐτό τό ξέρουμε, νά προσευχόμαστε. Καλή ἰδέα μᾶς ἔδωσες». Μά εἶναι τό μεῖζον. Λέει, «μή μοῦ πεῖς νά προσεύχομαι, [πές μου] τί νά κάνω». Λέω, «νά προσεύχεσαι» καί λέει, «αὐτό τό ξέρω». Ἔ, κάν᾽ το. Ἄν τό ξέρεις καί τό κάνεις, καί τό κάνεις ἱλαρῶς, καί τό κάνεις ὅπως πρέπει, εἶναι σίγουρο ἕνα πράγμα, πού ὁ Θεός θά δώσει ἀπάντηση. Πῶς, πότε, μέ ποιό τρόπο, δέν τό ξέρω. Ἀλλά ὁ Θεός δίνει ἀπαντήσεις.
Μήν καταλήξουμε λοιπόν, καί φρεναπάτες νά γίνουμε καί νά μήν πιστεύουμε στή δύναμη τῆς προσευχῆς. Γιατί ὅποιος δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει στή δύναμη τῆς προσευχῆς, γίνεται φρεναπάτης. Ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά δέν μπορεῖ νά κάνει κάτι. Ἐδῶ σταματᾶμε. Καί γίνεται πιά μιά λανθασμένη παιδαγωγία. Αὐτό μπορεῖ νά τό κάνουν φορεῖς, κρατικά μεγέθη, ἀλλά ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν μποροῦμε νά τό κάνουμε σέ μιά διαπροσωπική παιδαγωγία. Βλέπετε ἡ φρεναπάτη τί φέρει μέσα της δηλαδή, πού ᾽ναι μιά ἰσχυρή, βλαβερή καί βέβηλη παρέμβαση στήν προσωπικότητα τοῦ ἄλλου. Κι αὐτή τήν προσωπικότητα ὁ Θεός τήν κρατάει ἀλώβητη. Γι᾽ αὐτό ἡ λέξη ἐλευθερία εἶναι πολύ ἰσχυρή λέξη. Ἐμεῖς μπορεῖ νά μήν τήν καταλάβαμε κι ἐκφράζεται μ᾽ ὅλα τά μεγέθη. Δέν εἶναι μονάχα ἐλευθερία ἀπό τίς κινήσεις μας, πῶς κινούμεθα στόν χῶρο καί δέν εἴμαστε φυλακισμένοι, εἶναι ἐλευθερία τοῦ νοός, κι αὐτή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.
Ἔστω λοιπόν καί γιά καλούς λόγους δέν μποροῦμε νά παρεμβαίνουμε. Καί φυσικά, ἄν εἶναι κακοί οἱ λόγοι πού κάνει ὁ ἄλλος, θά τοῦ ποῦμε μιά-δυό φορές, ὅπως τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, καί πάλι θά καταλήξουμε στήν προσευχή. Δίνω ἔμφαση λοιπόν, ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας διεργασίας, στή βαθιά ἐμπιστοσύνη τοῦ πιστοῦ στήν προσευχή. Μή μοῦ λέτε πού τό ξέρετε, εἶναι θέμα ἐμπειρίας πού πρέπει νά τό δοκιμάσετε. Καί στά πολύ δύσκολα πράγματα ἀντί νά κλαῖτε, νά ὠρύεσθε, νά ἀπογοητεύεστε, νά παίρνετε χαπάκια· νά καταλήξετε στήν προσευχή.
Κι ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη δύναμη τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. Εἰδάλλως καί φρεναπάτης εἶσαι καί γιά λανθασμένα πράγματα μάχεσαι.
[...]
Κι ἄν δέν γίνεται τίποτε τό τονίζω καί πάλι, γιά νά ᾿χω στόν νοῦ σας πάντα ὁλοκληρωμένο τό σχῆμα, ὑπάρχει ἡ δυναμική καί τό δυνατό στοιχεῖο τῆς προσευχῆς. Κρατῆστε ὅλο αὐτό τό μοντέλο στόν νοῦ σας. Γιατί βλέπω καθημερινά ἀνθρώπους σ᾿ ἀπελπισία, σ᾿ ἀπόγνωση. Γιατί προσπαθοῦν κάτι, ἔστω γιά τό καλό, γι᾿ ἀνθρώπους κοντινούς τους καί δέν γίνεται. Δέν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπελπισία. Γιατί ἐάν δέν γίνει τό δικό μου καί μέ πιάσει ἀπελπισία, ἤδη ἁμάρτησα, γιατί μοῦ ἦλθε ἀπελπισία. Γιατί κάτι ἀπό αὐτά πού λέω δέν τά κάνω. Γιατί στό τέλος- τέλος δέν ἐμπιστεύομαι τόν Θεό! Πού Ἐκεῖνος στό τέλος-τέλος ξέρει τί θά κάνει!
Κρατῆστε κι αὐτό, δηλαδή. Ἐάν μέσα ἀπό μιά τέτοια διεργασία καταστροφολογίας, τήν ὁποία περνοῦν οἱ ἄνθρωποι οἱ δικοί μας, καί δυσκολευόμαστε καί λυπόμαστε καί περάσουμε ἐμεῖς ἀπελπισία, τότε δέν προσφέρουμε τίποτε!
Ξέρεις, οἱ ἄρρωστοι δέν μποροῦν νά γιατρέψουν τόν ἀσθενή. Πρέπει νά εἶσαι ὑγιής. Καί νά δώσεις τή μάχη σου μέχρι τέλους. Καί ἡ μάχη μέχρι τέλους ποιά εἶναι; Νά μήν καμφθεῖς... καί τουλάχιστον βαθιά νά ἐμπιστεύεσαι ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά ἐξαρτηθεῖ καί ἀπό τό μέγεθος τῆς προσευχῆς σου.
Αὐτό γιά νά μήν ὑπάρχουν χριστιανοί ἀπελπισμένοι...
|
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ (14-9-2013)
Bose, 4 - 7 Σεπτεμβρίου 2013
Ἀπὸ τὶς 4 – 7 Σεπτεμβρίου 2013, σὲ συνεργασία μὲ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, πραγματοποιήθηκε τὸ 21ο Διεθνὲς Συνέδριο στὸ μοναστήρι Bose, στήν περιοχὴ τοῦ Μιλάνου Ἰταλίας μὲ θέμα, «Τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες καὶ μοναχοὶ ἀπό τὸ σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καθὼς καὶ ἐκπρόσωποι τῶν Μεταρρυθμισμένων καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ διακεκριμένοι ἐπιστήμονες ἔλαβαν μέρος στὶς ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου.
Τὰ μηνύματα τῶν Προκαθημένων των Ἐκκλησιῶν πρός τὸ Συνέδριο περιστράφηκαν γύρο ἀπὸ τον προβληματισμὸ της πνευματικῆς ὡριμότητας ποὺ ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπὸ τὶς κρίσεις ποὺ διέρχεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ μία ἡλικία τῆς ζωῆς στὴν ἄλλη, πιστεύοντας ὅτι ἡ πνευματικὴ διάσταση εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν αὐθεντικὴ ἀνθρώπινη ὡριμότητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα ποὺ κυριάρχησε μέσα στὰ μηνύματα καί τοὺς χαιρετισμοὺς τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ μηνύματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου καὶ ἄλλων Ὀρθοδόξων Προκαθημένων. Μήνυμα ἀπέστειλε καὶ ὁ Πάπας Φραγκίσκος.
Ὁ Ἠγούμενος τῆς Μονῆς Enzo Bianchi εὐχαρίστησε ἰδιαιτέρως τὸν Μητροπολίτη Κωνσταντίας Βασίλειο γιὰ τὴν ἐκπροσώπηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου καί τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, μιᾶς πολὺ ἀγαπητῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶπε.
Τὸ πρόγραμμα περιελάμβανε τὶς ἀκόλουθες Εἰσηγήσεις: 1. Κήρυξη ἔναρξης τοῦ συνεδρίου ἀπὸ τὸν Ἠγούμενο τῆς Μονῆς Enzo Bianchi, 2. «Ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν», ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωσὴφ Πατάρων (Μπουένος Ἄιρες. Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο) 3. «Τò ἅγιον Βάπτισμα, πηγὴ τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς», ἀπὸ τον κ. Michail Želtov, Μόσχα. 4. «Τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο καὶ τὴ συριακὴ παράδοση», ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Sebastian Brock, Ὀξφόρδη. 5. «Ἡ πνευματικὴ τελειότητα ἐν τῶ κόσμῳ κατὰ τὴν ἀρχαῖα πατερικὴ καὶ μοναστικὴ παράδοση», ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Συμεὼν Πσχαλίδη, Θεσσαλονίκη. 6. «Πνευματικὴ ἀνάβαση καὶ τρόποι μοναχικῆς πολιτείας στὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος», ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Norman Russell, Farnham. 7. «Βοηθοῦν οἱ κρίσεις τὴν πνευματικὴν ὡρίμανση;» ἀπὸ τὸν π. Βασίλειο Θερμό, Ἀθήνα. 8. «Ἡ τέχνη τοῦ γηράσκειν στὴ χριστιανικὴ ζωὴ», ἀπὸ τὸν καθ. Andrei Plesu, Βουκουρέστι. 9. «Ἡ χριστιανικὴ τέχνη τοῦ θνήσκειν», ἀπὸ τὸν π. John Behr, Οὐάσιγκτον. 10. «Βιβλικό-πατερικὴ ἑρμηνεία τοῦ βίου τοῦ Μωυσέως ὡς πνευματικῆς ὁδοιπορίας», ἀπὸ τὸν κ. Andrej Desnickij, Μόσχα. 11. «’Eἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. 4:13). Ἡ πνευματικὴ ὡριμότητα κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο», ἀπὸ τὸν καθ. Πέτρο Βασιλειάδη, Θεσσαλονίκη 12. «Ἀρχήν ἐξ ἀρχῆς μεταλαμβάνων: ἡ ἀτελεύτητος πνευματικὴ προκοπὴ στὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης», ἀπὸ τὸν καθ. π. Andrew Louth, Durham. 13. «Ἡ κλίμακα τῆς ταπεινώσεως καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ἀδελφοὺς κατὰ τὸν ἅγιο Βενέδικτο», ἀπὸ τὸν Michel van Parys, Chevetogne. 14. «Ἡ ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς πορείας», ἀπὸ τὸν ἡγούμ. Mefodij Markovic, Μονή Ἁγίου Νικολάου Vranje, Σερβία. 15. «Ἡ ἀνακαίνιση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου στὸν ἅγιο Τύχωνα τοῦ Ζαντὸνσκ», ἀπὸ τὸν ἡγούμ. Nikolay Pavlyk, St Sergius Lavra, Sergiev-Posad.
Ἡ Στρογγυλὴ Τράπεζα εἶχε ὡς γενικὸ θέμα: «Ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα καὶ τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς». Σ' αὐτὴν ὁ Μητροπολίτης Κωνσταντίας Βασίλειος ἀνέπτυξε το θέμα, «Ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ἡ μυστηριακὴ ζωή, κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ κ. Antoine Arjakovskz, Παρίσι, ἀναφέρθηκε γενικὰ στὸ θέμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἐνῶ ὁ κ. Ἀθανάσιος Παπαθανασίου ἀνέλυσε τὸ γενικὸ θέμα, «Ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα καὶ τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς».
Στὸ πρόγραμμα τῆς τελευταίας ἡμέρας περλαμβάνονταν ἐπιπρόσθετα δύο εἰσηγήσεις: 1. «Ἡ θέωσις, τελείωσις τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως», ἀπὸ τὸν π. Πορφύριο Giorgi, Balamand. 2. «Ὁ χρόνος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας», ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Μάξιμο Δυτικῆς Ἀμερικῆς, Los Angeles, καθὼς καί τὰ Συμπεράσματα τοῦ συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Adalberto Mainardi, Bose.
Ὁ Μητροπολίτης Κωνσταντίας Βασίλειος στὴν Εἰσήγησή του, μεταξὺ ἄλλων, εἶπε:
«Στὴ σύγχρονη θεολογικὴ γλῶσσα καὶ σκέψη χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «πνευματικότητα», φορτισμένος μὲ ἔννοιες καὶ στοιχεῖα θρησκειολογικά, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκδηλώνεται ὁ τρόπος ζωῆς καὶ ἡ θρησκευτικότητα, ἀφ' ἑνὸς μέν, μιᾶς χριστιανικῆς ὁμολογίας ἢ μιᾶς θρησκείας σὲ σύγκριση μὲ τὴν "πνευματικότητα" μιᾶς ἄλλης ὁμολογίας ἢ θρησκείας, ἀφ' ἑτέρου δέ, ἑνὸς ἀτόμου πρὸς ἄλλο ἄτομο. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ὁριοθετεῖται ἐντὸς τῶν ἰδιαζόντων "θρησκειολογικῶν" στοιχείων, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακρίνεται ἀπὸ τὶς λοιπὲς χριστιανικὲς ὁμολογίες. Πράγματι, οἱ ἱστάμενοι ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐξετάζοντες αὐτὴν μὲ αὐστηρῶς θρησκειολογικὰ κριτήρια, ὁμιλοῦν περὶ τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας ἐννοώντας τὶς λειτουργικὲς ἰδιαιτερότητες, τὴν ὑμνογραφία, τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, τὴν εἰκονογραφία καὶ τιμὴ τῶν εἰκόνων, τὸ θρησκευτικὸ ἦθος τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν κ.λπ. Ὅμως, τόσο ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς διδασκαλίας γενικώτερα, ὅσο καὶ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου εἰδικώτερα, ἡ ἔννοια αὐτὴ τῆς πνευματικότητας εἶναι μονομερὴς καὶ ἐσφαλμένη, δεδομένου ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν προάγει "θρησκειολογικὰ" στοιχεῖα οὔτε τοποθετεῖ τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ καὶ ἐκδήλωση τῆς φυσικῆς θρησκευτικότητας τοῦ ἀτόμου ἢ τῶν λαῶν ὑπεράνω τῆς οὐσίας καὶ τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Ὁ Χριστιανισμὸς κηρύσσει τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῆς Ἀποκαλύψεως ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ δὲ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπιμένει ἰδιαίτερα στὴ βιωματικὴ ἐμπειρία τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἐντὸς αὐτῶν τῶν πλαισίων θὰ καταβληθεῖ προσπάθεια προσεγγίσεως τοῦ θέματος: "Ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ μυστηριακὴ ζωὴ", θεωρώντας ἐκ προοιμίου ὅτι πνευματικότητα καὶ μυστηριακὴ ζωὴ εἶναι ὅροι ἐν πολλοῖς ταυτόσημοι. Γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς ὀρθδόξου πνευματικότητας καὶ τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρίας θὰ καταφύγουμε στὴν πατερικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποῖα προσφέρει βέβαιον ἔδαφος ἀνιχνεύσεως τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας καὶ τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρίας.
Ἡ σύνολη ζωὴ τοῦ πιστοῦ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πνευματική, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος ὅπου δύναται νὰ βιωθεῖ ἐμπειρικὰ ἡ παρουσία καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἑπομένως, ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα σημαίνει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ πιστοῦ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ' ἑνὸς μὲν διὰ τῆς μετοχῆς στὰ ἱερὰ Μυστήρια, ἀφ' ἑτέρου δὲ διὰ τῆς ἐπιχορηγίας τῶν ποικίλων χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ ὅσους καθίστανται ἐνεργὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ. Ὁ Μ. Βασίλειος ὁρίζει ὅτι τὸ ἔργο τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ καθοδηγοῦν τοὺς πιστοὺς ὥστε νὰ οἰκειωθοῦν τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: "Τοιοῦτοι δὲ τινὲς (εἰσὶν) καὶ οἱ τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ προεστῶτες∙ προάγοντες μὲν ἐπὶ τὰς εὐανθεῖς καὶ εὐώδεις τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας τροφὰς καὶ ὕδατι ζῶντι τῇ ἐπιχορηγίᾳ τοῦ Πνεύματος ἄρδοντες καὶ ὑψοῦντες καὶ πρὸς καρποφορίαν ἐκτρέφοντες∙ ὁδηγοῦντες δὲ πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ἐπιβουλευόντων ἀσφάλειαν" . Ἡ ὑπὸ τῶν ποιμένων καθοδηγία τῶν πιστῶν ἐπικεντροῦται σὲ δύο καίρια σημεῖα, ἀφ' ἑνὸς μὲν τῆς ἀναγκαίας μετοχῆς στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς ᾿Ἐκκλησίας, ἀφ' ἑτέρου δὲ στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ὡς προυποθέσεως ἀξίας μετοχῆς.
Πράγματι, ἡ ἄμεση σχέση μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ἱερῶν Μυστηρίων καὶ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων εἶναι δεδομένη. Τὰ ἱερὰ Μυστήρια δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς οἱ μυστηριακὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῶν ὁποίων μεταδίδονται ἡ ἁγιαστικὴ χάρη καὶ οἱ θεῖες ἐνέργειες τοῦ ῾Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ῾Ὁμολογητὴς ἀποδεικνύει τὴν ἀδιάρρηκτη αὐτὴ σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τῆς προφητικῆς θεωρίας τοῦ Προφήτη Ζαχαρία . Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, λοιπόν, ἡ ᾿Ἐκκλησία εἰκονίζεται στὴν προφητεία αὐτὴ μὲ τὴ λυχνία. "Ὁ νόμος, γράφει, ἔχει προαναγγείλει τυπολογικὰ τὴν ἁγία Ἐκκλησία, ἀποκαλώντας την λυχνία ὁλόχρηση, διέταξε δὲ νὰ κατασκευασθεῖ λαξευτὴ, διότι, ἀφ' ἑνὸς μέν, δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἄχρηστο καί, ὡς πρὸς τὸ λόγο δὲν ἔχει κάτι τὸ μὴ ἀναγκαῖο, ἀφ' ἑτέρου δέ, δεδομένου ὅτι ὅλα τὰ ὑλικὰ περιττώματα ἔχουν ἀποξεσθεῖ παντελῶς, δὲν διατηρεῖ τίποτε τὸ ἐπίγειο" . Ἡ λυχνία τῆς Ἐκκλησίας ὅμως εἶναι ἀναμμένη καὶ φωτίζει, εἴτε μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, εἴτε μὲ τὶς μυστηριακὲς καὶ ἁγιαστικὲς πράξεις της. Ἡ εἰκονικὴ αὐτὴ παράσταση τῆς Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στὸ νὰ καταδείξει τόσο τὴν πνευματικότητα, ὅσο καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας πρὸς φωτισμὸ τῶν πιστῶν διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου. Ἄλλωστε, ἡ "ἁπτὴ" ἀπόδειξη τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ λόγου τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ προσευχὲς καὶ ἐπικλήσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, ἡ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὶς λατρευτικὲς συνάξεις, γενικότερα δὲ ἡ ὅλη ὑμνολογικὴ δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Μὲ τὴν ἀλληγορικὴ αὐτὴ καὶ τυπολογικὴ παράσταση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ὁμολογητὴς Μάξιμος συνοψίζει τὴ διδασκαλία του περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔχει τὴ δύναμη καὶ τὴ χάρη νὰ ἀναγεννᾶ καὶ νὰ ἀναδημιουργεῖ πνευματικὰ ὅλα τὰ μέλη της, νὰ ὑπερβαίνει δὲ τὶς φυλετικές, τὶς γλωσσικὲς καὶ ὁποιεσδήποτε ἄλλες διακρίσεις…»
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015
ΤΡΙΩΔΙΟ: Ἐκκλησιαστικὴ περίοδος ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ἕως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παίρνει καὶ τὸ ὄνομά της,εἶναι ὅτι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οἱ Κανόνες ποὺ ἀπαρτίζουν τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες ἀποτελοῦνται ἀπὸ τρεῖς ὠδὲς καὶ ὄχι ἐννιά, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τούς ὑπόλοιπους Κανόνες. Εἶναι πλήρης ἀκολουθιῶν, προσφαίροντας στοὺς πιστοὺς πολλὲς εὐκαιρίες λειτουργικῆς ἐμπειρίας. Εἶναι περίοδος κατάνυξης καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸ Ἃγιο Πάσχα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν ἐκτείνεται πάντα στὴν ἴδια περίοδο τοῦ ἔτους μία καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Πάσχα.
ΤΡΙΩΔΙΟ: Ἐκκλησιαστικὴ περίοδος ποὺ
ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ἕως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα.
Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παίρνει καὶ τὸ ὄνομά της,εἶναι ὅτι
κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οἱ Κανόνες ποὺ ἀπαρτίζουν τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες
ἀποτελοῦνται ἀπὸ τρεῖς ὠδὲς καὶ ὄχι ἐννιά, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τούς
ὑπόλοιπους Κανόνες. Εἶναι πλήρης ἀκολουθιῶν, προσφαίροντας στοὺς πιστοὺς πολλὲς
εὐκαιρίες λειτουργικῆς ἐμπειρίας. Εἶναι περίοδος κατάνυξης καὶ προετοιμασίας γιὰ
τὸ Ἃγιο Πάσχα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν ἐκτείνεται πάντα στὴν ἴδια
περίοδο τοῦ ἔτους μία καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Πάσχα.
ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Ἡ "Σαρακοστή", ὅπως ἁπλὰ λέγεται,εἶναι ἡ 40νθήμερη περίοδος ἀπὸ τὴν Α' Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μέχρι καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Εἶναι περίοδος αὐστηροτάτης νηστείας καὶ πνευματικοῦ ἀγώνα.
ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΣ
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Κάθε Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἀπόγευμα τελεῖται
ἑσπερινός.Λέγεται "κατανυκτικὸς" γιατί περιέχει τροπάρια καὶ ὕμνους μετανοίας,
ἐνῶ τὸ ψαλτικὸ ὕφος εἶναι λιτὸ χωρὶς ἐξάρσεις. Ὁ πρῶτος, μάλιστα (ὁ ὁποῖος
τελεῖται τὴν Κυριακή τῆς Τυροφάγου τὸ Ἀπόγευμα), λέγεται "ἑσπερινός τῆς
συγχώρησης" γιατί τότε οἱ πιστοὶ ζητοῦν συγχώρεση ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο γιὰ πιθανὰ
παραπτώματά τους, ὥστε νὰ εἰσέλθουν ἐλεύθεροι στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.
ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ: Ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τελεῖται καθημερινὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας, στὸ χῶρο ποὺ ἐπιθυμοῦμε, σὰν προσωπική μας προσευχή. Γιὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει νὰ τελεῖται στοὺς Ὀρθόδοξους Ναοὺς κάθε ἀπόγευμα τὸ "Μέγα Ἀπόδειπνο", τὸ ὁποῖο εἶναι ἐπαύξηση τοῦ μικροῦ μὲ ὄμορφους καὶ κατανυκτικοὺς Κανόνες (ὕμνους). Ἐκεῖ ψάλλεται ὁ ὑπέροχος ὕμνος: "Κύριε τῶν δυνάμεων μεθ'ἠμῶν γενοῦ. Ἄλλὸν γὰρ ἐκτός Σου βοηθὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Κύριε τῶν δυνάμεων ἐλέησον ἠμᾶς".
Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ: Κάθε Θ.Λειτουργία εἶναι γεγονὸς χαρμόσυνο, ἀναστάσιμο. Τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν Θ.Λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου μόνο τὶς Κυριακές, γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν ἀτμόσφαιρα κατάνυξης καὶ μετανοίας ποὺ ὑπάρχει αὐτὴ τὴν περίοδο. Ἐπειδή, ὅμως, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ τροφὴ τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μητέρα Ἐκκλησία φρόντισε νὰ τοῦ τὴν παρέχει μὲ μία "εἰδικὴ" Θ.Λειτουργία, τὴ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, στὴν ὁποία δὲν γίνεται καθαγιασμὸς ἄρτου καὶ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ Θ.Κοινωνία Σῶμα καὶ Αἷμα καθαγιασμένο κατὰ τὴν Θ.Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: Εἶναι μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται κάθε Παρασκευὴ ἀπόγευμα καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο. Συνήθως τελεῖται μαζὶ μὲ μικρὸ ἀπόδειπνο ἢ ἑσπερινό.Στοὺς χαιρετισμοὺς ψάλλεται ὁ ἐξαίσιος Κανόνας τοῦ Ἰωσὴφ "Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...", ἐνῶ ἀπαγγέλλονται οἱ 24 (6 κάθε φορᾶ ἐπὶ 4 ἑβδομάδες) κατ' ἀλφάβητο οἶκοι τῆς Θεοτόκου ("Ἄγγελος προτοστάτης..., Βλέπουσα ἡ ἁγία..., Γνῶσιν ἄγνωστον...κτλ), ἔργο τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.
ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Δ' Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνα. Ο Μ.Κανόνας εἶναι ἕνα ἀριστούργημα θεολογίας καὶ ποίησης ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 περίπου τροπάρια.
ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Τὴν πέμπτη Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (στὶς τέσσερις προηγούμενες ἔχει τελεστεῖ ἡ ἀκολουθία τῶν"Χαιρετισμῶν"). Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ ἀπαγγέλονται καὶ οἱ 24 οἶκοι τῆς Θεοτόκου (βλ. "Χαιρετισμοί"), ἐνῶ ἡ συχνὴ ἐπανάληψη τοῦ "Τὴ ὑπερμάχω"μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ διὰ τῆς Θεοτόκου θαυματουργικὴ διάσωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους τὸ 626 μ.Χ. Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινούπολης εἶχαν συνθέσει καὶ ψάλει ὄρθιοι τὸν ὑπέροχο αὐτὸ ὕμνο, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὴν προστάτιδα τοῦ Ἔθνους μας, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
ΚΥΡΙΑΚΕΣ: Ὅλες οἱ Κυριακές τοῦ Τριωδίου
ἔχουν μία συγκεκριμένη ὀνομασία καὶ ἀποτελοῦν μία ἀλληλουχία μεστὴ νοημάτων καὶ
μηνυμάτων. Μὲ τὴ σειρά, οἱ Κυριακές τοῦ Τριωδίου εἶναι:
Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Κυριακή τοῦ Ἀσώτου
Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω
Κυριακή τῆς Τυροφάγου
Α' Νηστειῶν: Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας
Β' Νηστειῶν: Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Γ' Νηστειῶν: Κυριακὴ Σταυροπροσκυνήσεως
Δ' Νηστειῶν: Ἰωάννου τῆς Κλίμακος
Ε' Νηστειῶν: Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας
Κυριακὴ τῶν Βαΐων
ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Ἡ "Σαρακοστή", ὅπως ἁπλὰ λέγεται,εἶναι ἡ 40νθήμερη περίοδος ἀπὸ τὴν Α' Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μέχρι καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Εἶναι περίοδος αὐστηροτάτης νηστείας καὶ πνευματικοῦ ἀγώνα.
ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ: Ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τελεῖται καθημερινὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας, στὸ χῶρο ποὺ ἐπιθυμοῦμε, σὰν προσωπική μας προσευχή. Γιὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει νὰ τελεῖται στοὺς Ὀρθόδοξους Ναοὺς κάθε ἀπόγευμα τὸ "Μέγα Ἀπόδειπνο", τὸ ὁποῖο εἶναι ἐπαύξηση τοῦ μικροῦ μὲ ὄμορφους καὶ κατανυκτικοὺς Κανόνες (ὕμνους). Ἐκεῖ ψάλλεται ὁ ὑπέροχος ὕμνος: "Κύριε τῶν δυνάμεων μεθ'ἠμῶν γενοῦ. Ἄλλὸν γὰρ ἐκτός Σου βοηθὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Κύριε τῶν δυνάμεων ἐλέησον ἠμᾶς".
Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ: Κάθε Θ.Λειτουργία εἶναι γεγονὸς χαρμόσυνο, ἀναστάσιμο. Τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν Θ.Λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου μόνο τὶς Κυριακές, γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν ἀτμόσφαιρα κατάνυξης καὶ μετανοίας ποὺ ὑπάρχει αὐτὴ τὴν περίοδο. Ἐπειδή, ὅμως, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ τροφὴ τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μητέρα Ἐκκλησία φρόντισε νὰ τοῦ τὴν παρέχει μὲ μία "εἰδικὴ" Θ.Λειτουργία, τὴ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, στὴν ὁποία δὲν γίνεται καθαγιασμὸς ἄρτου καὶ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ Θ.Κοινωνία Σῶμα καὶ Αἷμα καθαγιασμένο κατὰ τὴν Θ.Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: Εἶναι μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται κάθε Παρασκευὴ ἀπόγευμα καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο. Συνήθως τελεῖται μαζὶ μὲ μικρὸ ἀπόδειπνο ἢ ἑσπερινό.Στοὺς χαιρετισμοὺς ψάλλεται ὁ ἐξαίσιος Κανόνας τοῦ Ἰωσὴφ "Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...", ἐνῶ ἀπαγγέλλονται οἱ 24 (6 κάθε φορᾶ ἐπὶ 4 ἑβδομάδες) κατ' ἀλφάβητο οἶκοι τῆς Θεοτόκου ("Ἄγγελος προτοστάτης..., Βλέπουσα ἡ ἁγία..., Γνῶσιν ἄγνωστον...κτλ), ἔργο τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.
ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Δ' Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνα. Ο Μ.Κανόνας εἶναι ἕνα ἀριστούργημα θεολογίας καὶ ποίησης ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 περίπου τροπάρια.
ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Τὴν πέμπτη Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (στὶς τέσσερις προηγούμενες ἔχει τελεστεῖ ἡ ἀκολουθία τῶν"Χαιρετισμῶν"). Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ ἀπαγγέλονται καὶ οἱ 24 οἶκοι τῆς Θεοτόκου (βλ. "Χαιρετισμοί"), ἐνῶ ἡ συχνὴ ἐπανάληψη τοῦ "Τὴ ὑπερμάχω"μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ διὰ τῆς Θεοτόκου θαυματουργικὴ διάσωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους τὸ 626 μ.Χ. Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινούπολης εἶχαν συνθέσει καὶ ψάλει ὄρθιοι τὸν ὑπέροχο αὐτὸ ὕμνο, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὴν προστάτιδα τοῦ Ἔθνους μας, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015
Υπαπαντή και Σαραντισμός
«Κόλπους Πατρός τυπούσι του σου,Χριστέ μου, του Συμεών αι
χείρες, αι φέρουσί σε.»
Τους κόλπους του
ουρανίου Πατέρα συμβολίζουν, Χριστέ μου, τα χέρια του Συμεών που Σε κράτησαν
στην αγκαλιά του.
Μόλις πέρασαν σαράντα ημέρες από την γέννηση του Θεανθρώπου,
προσεφέρθη ο Κύριος στο ιερό υπό Μητρός Παρθένου, και υπεδέχθη Αυτόν ο
πρεσβύτης Συμεών. Κατά τη διάταξη του Μωσαϊκού νόμου «παν άρσεν πρωτότοκον
έσται αφιερωμένον τω Θεώ, και την εις τούτον
νενομισμένην θυσίαν προσενέγκη, ζεύγος τρυγόνων, ή δύο νεοσσούς
περιστερών». Δηλαδή, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί ήταν αφιερωμένο στο Θεό, και
προς τούτο γινόταν μία συγκεκριμένη τελετή στο ναό, περιλαμβάνουσα και προσφορά
δύο τρυγόνων ή περιστεριών.
Λαβών δε ο πρεσβύτης Συμεών τον Κύριο της δόξης στα χέρια του είπε
το «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Τώρα,
δηλαδή, Κύριε, ας πεθάνω, αφού είδα το Σωτήρα του κόσμου. Διότι αυτό περίμενε
χρόνια ο δίκαιος Συμεών˙ να δει με τους οφθαλμούς του τον Κύριο και Θεό
του. Και πλέον ευτυχισμένος μπορούσε να υπάγει εις τα αγκάλας του Θεού.
Έπειτα από αυτή τη γενική αναφορά, γίνεται κατανοητό ότι ο
σαραντισμός έχει τις ρίζες του στην εποχή του Μωυσή (καθώς αυτό το στοιχείο το
αντλούμε μέσα από τον Μωσαϊκό νόμο). Λέγοντας «σαραντισμό», εννοούμε ότι η
μητέρα προσφέρει το νεογέννητο στο ναό και αυτό προς δόξαν του τριαδικού Θεού.
Η γυναίκα, έπειτα από την κύηση χρειάζεται ένα διάστημα ώστε να
επανέλθει και πάλι στην προ του τοκετού κατάσταση. Αυτό το διάστημα ίσως είναι
λιγότερο από της σαράντα ημέρες, αλλά
από τη στιγμή την οποίαν οι πατέρες της εκκλησίας θέσπισαν αυτό τον συμβολικό
αριθμό, οφείλουμε κι εμείς να τον υπακούμε.. Σίγουρα αυτοί κάτι παραπάνω θα
γνώριζαν για να εισάγουν αυτό το διάστημα των σαράντα ημερών. Ας μη μας
διαφεύγει άλλωστε ότι την εποχή διαμορφώσεως των τελετουργικών της Εκκλησίας
μας, τόσες ημέρες εχρειάζοντο.
Η γυναίκα λοιπόν, κατά το πρότυπο της Παναγίας, έπειτα από σαράντα ημέρες πηγαίνει
το βρέφος στο ναό για δυο λόγους. Πρώτον, για να εισάγει το βρέφος στο ναό,
ώστε αυτό να μπορεί στη συνέχεια να βαπτισθεί και να συμμετάσχει στην εν Χριστώ
λατρευτική ζωή, και δεύτερον για να καθαρισθεί και αυτή (καθώς οι ευχές του
σαραντισμού αναφέρονται και στον καθαρισμό της γυναικός).
Παρατηρούμε ότι, όταν η γυναίκα έρχεται στο ναό για να λάβει υπο
του ιερέως την ευχή του σαραντισμού, ο ιερεύς δεν την αφήνει να μπει στον
κυρίως ναό, διότι θεωρείται ακόμα ακάθαρτη. Ακάθαρτη και όχι αμαρτωλή, όπως το
συγχέουν πολλοί άνθρωποι στις ημέρες μας. Η γυναίκα δεν διέπραξε καμία αμαρτία,
αντιθέτως έφερε στον κόσμο έναν άνθρωπο. Ακαθαρσία θεωρείται ό,τι αποβάλλεται
από τον ανθρώπινο οργανισμό, δια τούτο και παραμένει η γυναίκα έπειτα από την
κύηση στον οίκο της για σαράντα ημέρες, ώσπου να καθαριστεί πλήρως και να μπορεί να συμμετάσχει και πάλι
στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας.
Γι΄αυτό το λόγο και διαβάζει ο ιερεύς την ευχή στον πρόναο του ναού και
έπειτα καθώς λαμβάνει στα χέρια του το βρέφος και το εισάγει στον κυρίως ναό,
τότε και η γυναίκα, αφού έχει καθαρισθεί από τις ευχές, ασπάζεται μετ’
ευλαβείας τις εικόνες. Όλα αυτά γίνονται προς μίμηση του σαραντισμού του
Κυρίου.
Ας δούμε όμως τώρα λίγο αναλυτικότερα την ακολουθία του
σαραντισμού.
Σήμερα, ως γνωστόν, η ακολουθία του σαραντισμού αποτελείται από
τέσσερις ευχές. Θέμα και των τεσσάρων ευχών είναι η προσαγωγή του βρέφους στο
ναό κατά το πρότυπο του Κυρίου (σύμφωνα με τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου).
Οι ευχές αποτελούν ευλογίες του βρέφους και δεήσεις υπέρ αυτού, που κατά
«μίμησιν» του Κυρίου προσάγεται στο ναό και αφιερούται στο Θεό. Αυτός είναι και
ο εμφανείς σκοπός της ακολουθίας. Το παιδί εισέρχεται στην εκκλησία και αυτό
σαραντίζει και όχι η μητέρα του. Η μητέρα συνοδεύει το βρέφος και ευλογείται
μαζί με αυτό. Αναφέροντας ότι, η ευλογία περιλαμβάνει και τους δυο γονείς μαζί,
και όχι μόνο την μητέρα, όπως συνήθως γίνεται.
Πρέπει επίσης να επισημανθεί το γεγονός, ότι το βρέφος είναι χωρίς
αμφιβολία αβάπτιστο, διότι προϋποθέτουν και οι δυο ευχές ότι η είσοδός του στο
ναό γίνεται για πρώτη φορά, καθώς ζητούν να αξιωθεί «εν καιρώ ευθέτω» του αγίου
βαπτίσματος. Εξ άλλου οι ευχές της πρώτης ημέρας, της ογδόης, και της
τεσσαρακοστής παρουσιάζουν προοδευτικό χαρακτήρα και εντάσσονται ουσιαστικά
στις προβαπτισματικές πράξεις. Η κλιμάκωσις είναι φανερή. Την πρώτη ημέρα
ευλογείται το βρέφος και χαιρετίζεται η έλευσή του στο κόσμο. Την όγδοη
λαμβάνει το όνομα και χαρακτηρίζεται πια «δούλος Χριστού» και «χριστιανός». Την
τεσσαρακοστή ημέρα εισέρχεται στο ναό του Θεού και «προσφέρεται» σε Αυτόν.
Έπονται δε, η κατήχησις, το βάπτισμα, το χρίσμα και η θεία κοινωνία.
Επίσης, κατά την παράδοση αλλά και κατά τις τυπικές διατάξεις της
ακολουθίας, έπειτα από την ανάγνωση των ευχών, ο ιερεύς κρατώντας στα χέρια του
το βρέφος το εισάγει στο ιερό βήμα αδιακρίτως φύλου. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ.
Ι. Φουντούλη, ούτε οι ευχές, ούτε οι τυπικές διατάξεις της ακολουθίας κάνουν
διαχωρισμό μεταξύ φύλου, αλλά εισάγονται στο ιερό βήμα και προσκομίζονται στο
Θεό (καθώς ο ιερεύς τα ανυψώνει με τα χέρια του στον ουρανό), ως «δώρον» και «ανάθημα».
Πού αλλού θα προσφερθεί το δώρο στο Θεό, παρά στο θυσιαστήριό του; Αυτό ακριβώς
ερμηνεύει και την είσοδο όλων των βρεφών αδιακρίτου φύλου στο Άγιο βήμα. Δεν
έχει καμία σχέση με την ιερωσύνη που επιφυλάσσεται στους άνδρες. Πρόκειται περί
πράξεως προσφοράς του νέου ανθρώπου στο Θεό και για τον χριστιανισμό δεν
υπάρχει διάκριση μεταξύ άρρενος και θηλαίου.
Συνελοντ’ ειπείν, ο
σαραντισμός είναι μια πανάρχαια λειτουργική πράξη της εκκλησίας μας, η οποία
έχει τις ρίζες της στον Μωσαϊκό νόμο, καθώς αυτός γίνεται σήμερα ως προτύπωση
της υπαπαντής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και οι γυναίκες συμβολίζουν την
Παναγία, η οποία έφερε στις αγκάλες της τον Υιόν της και τον πρόσφερε στον ναό
ως θυσίαν «ευπρόσδεκτη».
Παπαθεοχάρης Μιχαήλ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


